Μπροστά σε αδιέξοδο με δραματικές συνέπειες για το μέλλον τους θα βρεθούν ορισμένες αυτοκινητοβιομηχανίες μετά την απόφαση των 28 υπουργών Περιβάλλοντος της Ε.Ε για μείωση των ρύπων των αυτοκινήτων κατά 35% μέχρι το 2030. Αμέσως μετά την ανακοίνωση της απόφασης οι αντιδράσεις υπήρξαν έντονες με πρώτη αυτή του CEO της Volkswagen Χέμπερτ Ντίες, ο οποίος είπε ότι οι αυστηρότεροι κανονισμοί μπορούν να οδηγήσουν κάποιες αυτοκινητοβιομηχανίες στην πτώχευση, λόγω του ρυθμού των μεταρρυθμίσεων που απαιτούνται για τη στροφή της παραγωγής στα ηλεκτρικά αυτοκίνητα και για την αντιμετώπιση νέων γεωπολιτικών απειλών.

Πρόσθεσε κατόπιν ότι «οι γερμανικές κατασκευάστριες αυτοκινήτων έχουν μόνο 50% πιθανότητες να παραμείνουν κορυφαίοι παίκτες της παγκόσμιας αυτοκινητοβιομηχανίας, εκτός αν μετατοπίσουν τις δραστηριότητές τους για να ανταποκριθούν στους νέους κανονισμούς και να προσαρμόσουν τις αλυσίδες εφοδιασμού τους».

Η συμφωνία για τη μείωση των ρύπων ήρθε λίγες μόλις ημέρες μετά την έκθεση του ΟΗΕ κατά την οποία προειδοποιούσε για ραγδαία αύξηση της θερμοκρασίας στον πλανήτη αν δεν ληφθούν δραστικά μέτρα και επικυρώθηκε με 20 ψήφους υπέρ, 4 κατά, ενώ 4 χώρες δήλωσαν παρούσες.

Όπως ήταν αναμενόμενο, η απόφαση αυτή βρήκε αντίθετες τόσο τις γερμανικές κατασκευάστριες αυτοκινήτων όσο και τις χώρες που διαθέτουν μονάδες παραγωγής οχημάτων, όπως οι Τσεχία, Ουγγαρία, Πολωνία και Σλοβακία.

Οι κερδισμένοι

Στην πράξη, η παραπάνω απόφαση οδηγεί στην εγκατάλειψη της πετρελαιοκίνησης για τα μικρά αυτοκίνητα επιβατικά και ελαφρά επαγγελματικά και την επίσπευση του χρόνου της οριστικής διακοπής της παραγωγής τους. Άλλωστε, ορισμένα από αυτά – το γνωρίζουμε όλοι – πήραν έγκριση τύπου για κυκλοφορία με παραποιημένα στοιχεία αναφορικά με τις εκπομπές ρύπων με συνέπεια την παρέμβαση των δικαστικών αρχών, τις έρευνες των ανακριτών, αλλά κυρίως την προσβολή της Κοινής Γνώμης και των καταναλωτών. Ας θυμηθούμε πως από την περασμένη Άνοιξη, αρκετές πόλεις της Γερμανίας ανακοίνωσαν χρονοδιαγράμματα απαγόρευσης της κυκλοφορίας πετρελαιοκίνητων οχημάτων εντός των ορίων τους. Για το λόγο αυτό, δεν θεωρήθηκε έκπληξη η δήλωση της Άγκελα Μέρκελ με την οποία στήριξε πλήρως την απόφαση λέγοντας: «Υπό τις σημερινές συνθήκες (μείωση των ρύπων στα αυτοκίνητα) νομίζω ότι η συμφωνία είναι απολύτως αποδεκτή», όπως δεν ήταν έκπληξη και η απόφαση των 28 για την προστασία του περιβάλλοντος.

Ωστόσο, ο στόχος για παραπέρα μείωση των ρύπων κατά 35% προκαλεί τον έντονο προβληματισμό των κατασκευαστών, καθώς μπαίνει το ερώτημα αν θα πρέπει να γίνουν επενδύσεις προς αυτή την κατεύθυνση, της μείωσης δηλαδή των ρύπων, ή αν θα πρέπει να εγκαταλειφθεί η πετρελαιοκίνηση και οι επενδύσεις να αποσκοπούν στην παραγωγή ηλεκτροκίνητων αυτοκινήτων ή οχημάτων εναλλακτικών καυσίμων – κυρίως φυσικού αερίου.

Για τους περισσότερους επικεφαλής της αυτοκινητοβιομηχανίας, η εγκατάλειψη του πετρελαίου αποτελεί μονόδρομο, κρίνουν μάλιστα πως αν η δική τους κατασκευάστρια εταιρεία δεν δύναται να παράξει ηλεκτροκίνητα σε ανταγωνιστικό επίπεδο, τότε θα πρέπει να αναζητήσει συνέργειες και συμμαχίες με τις εταιρείες που ήδη έχουν επενδύσει και πρωτοπορούν στον τομέα των εναλλακτικών καυσίμων. Σε κάθε άλλη περίπτωση θα οδηγηθούν στο λουκέτο.

Ας μην ξεχνάμε, ότι στις πρόσφατες μεγάλες εκθέσεις του εξωτερικού (ΙΑΑ) αλλά ακόμη και στην Transport Show της Αθήνας, έκαναν την εμφάνισή τους φορτηγά και λεωφορεία εναλλακτικών καυσίμων, υβριδικά και ηλεκτρικά, ενώ οι δήμαρχοι των ευρωπαϊκών μεγαλουπόλεων εξετάζουν εναλλακτικές μορφές αστικών συγκοινωνιών δείχνοντας στην πραγματικότητα τα ηλεκτρικά λεωφορεία, ο στόλος των οποίων συνεχώς αυξάνει.