Η Kύμη, κατά πού πέφτει ρε παιδιά;

 Είναι δυο βδομάδες τώρα που ψάχνω να βρω κατά πού πέφτει αυτή η Κύμη. Ρωτάω τον ένα, ρωτάω τον άλλο, ρωτώ τον παραπέρα, όλοι μου λένε να τραβήξω κατά Εύβοια μεριά και προς την Ανατολή, να ξαναρωτήσω και θα τη βρω κάπου κοντά στη θάλασσα.

Πήγα, μα δεν βρήκα Κύμη. Γύρισα πίσω και άρχισα να ψάχνω για το Κρανίδι. Είχα ακουστά για ένα Κρανίδι κάπου στην Πελοπόννησο. Πήγα κατά κει, μα ούτε αυτό το βρήκα.

Κύμη και Κρανίδι. Δυο πόλεις υπαρκτές, συνηθισμένες θα έλεγα, γνωστές με την ιστορία τους, την παράδοσή τους, δυο πόλεις που όμως καμιά σχέση δεν έχουν με αυτές που εγώ έψαχνα και περίμενα να αντικρίσω. Δηλαδή μια Κύμη σαν τα νησιά του Σολωμόντα, ένα Κρανίδι σαν το Λιχτενστάιν ή έστω σαν το Λουξεμβούργο.

Γιατί έτσι, σαν δυο ακόμη φορολογικούς παραδείσους, τις είχα φανταστεί διαβάζοντας στα επίσημα πρακτικά της Βουλής την έγγραφη απάντηση που έδωσε ο υφυπουργός Οικονομικών Γιώργος Μαυραγάνης προς τους ερωτώντες βουλευτές της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Ότι «πράγματι υπάρχουν 218 εξωχώριες εταιρείες εκμετάλλευσης ακινήτων με έδρα την Ελλάδα εκ των οποίων 161 έχουν έδρα στην Κύμη, 24 έχουν έδρα στο Κρανίδι και οι υπόλοιπες 33 βρίσκονται σε άλλα σημεία της Ελλάδας μας». Πρόσθεσε μάλιστα ο κ. Μαυραγάνης ότι η «αρμόδια υπηρεσία έχει δρομολογήσει τον έλεγχο των αλλοδαπών εταιρειών εκμετάλλευσης ακινήτων για τις οποίες δεν προκύπτει το φυσικό πρόσωπο που, ενώ συμμετέχει σε αυτές, δεν εμφανίζεται».

Εμφανίζεται, λέω εγώ, το φάντασμα του φυσικού προσώπου, αυτό που τσεπώνει το χρήμα και φόρο δεν πληρώνει. Όμως, « η αρμόδια υπηρεσία» θα ψάξει να το βρει… ΄Οσο βρήκα εγώ την Κύμη και το Κρανίδι…

 

Όπου αυτοκινητιστής και η μοίρα του…

 

Όλη η αδικία του κράτους στις κίτρινες πινακίδες έχει πέσει. Δεν φτάνει που από τη μια στιγμή στην άλλη έχασαν την αξία τους με την περιβόητη «απελευθέρωση», δεν φτάνει που το φορτηγό που τις έχει κάθεται αραγμένο εξαιτίας της αναδουλειάς, θα πρέπει και ο ιδιοκτήτης του να πληρώνει όλα τα κερατιάτικα, τα χαράτσια και τα τέλη, σε αντίθεση με τον ιδιοκτήτη της πινακίδας ΦΙΧ, ο οποίος έχει το δικαίωμα να πάει να την καταθέσει και να απαλλάσσεται για όσο χρόνο θέλει από κάθε λογής τέλη και φόρους.

Αυτό απαγορεύεται να το κάνει ο αυτοκινητιστής. Ο νόμος δεν του επιτρέπει να καταθέσει τις πινακίδες του, γιατί το φορτηγό του είναι δημοσίας και πρέπει να εξυπηρετεί το κοινό, να μεταφέρει τα προϊόντα του και τα πάσης φύσεως αγαθά.

Ποια προϊόντα και ποια αγαθά κύριε υπουργέ; Ακόμη και στις καλές εποχές, πριν την κρίση, επίσημες στατιστικές που εκπονούσε για σειρά ετών το Πολυτεχνείο κατ΄ εντολή του υπουργείου σας, επιβεβαίωναν με στοιχεία και αριθμούς ότι το τονάζ των φορτηγών υπερκαλύπτει την (τότε) υπάρχουσα ζήτηση.

Τώρα που το μεταφορικό έργο έχει πέσει στο μισό και παρακάτω, φαντάζεστε κύριε Γραμματέα των Μεταφορών, πόσες χιλιάδες φορτηγά δημοσίας κάθονται;

Δεν είναι αδικία, οι ιδιοκτήτες τους, να πληρώνουν τέλη και φόρους;

Γιατί να μην τροποποιήσετε το νόμο και να επιτρέψετε στους αυτοκινητιστές να καταθέσουν τις πινακίδες των ΦΔΧ που κάθονται; ΄Εστω και με ένα χρονικό περιορισμό, ή ανάλογα με τον αριθμό των αυτοκινήτων που διαθέτει. Αν για παράδειγμα έχει πέντε αυτοκίνητα, να μπορεί να καταθέτει τις πινακίδες των δύο ή κάτι ανάλογο. Σε κάθε περίπτωση, σταματήστε αυτή την άδικη μεταχείριση σε βάρος του ΦΔΧ.

 

Στο ΠΕΙ, λέμε ναι 

 

Η υποχρέωση των οδηγών να αποκτήσουν το Πιστοποιητικό Επαγγελματικής Ικανότητας (ΠΕΙ) σύμφωνα με την Κοινοτική και την ελληνική νομοθεσία, δεν θα πρέπει να κρίνεται σαν «ένας ακόμη μπελάς, λες και δεν μας φτάνουν όσα έχουμε στο κεφάλι μας», όπως μου είπε φίλος αυτοκινητιστής που κοντεύει τα εξήντα. Αναφέρω την ηλικία του και προσθέτω ότι είναι στο τιμόνι κοντά τριάντα χρόνια, που σημαίνει ότι διαθέτει μια πλούσια, όσο και πολύτιμη οδηγική εμπειρία.

Σίγουρα, είναι πολλοί οι μεταφορείς που σκέφτονται κάπως έτσι. Ούτε χρόνος περισσεύει, ούτε χρήματα.

Δεν περισσεύει όμως ούτε η γνώση. Γιατί τα πάντα εξελίσσονται. Πολλά απ΄ όσα ξέραμε, τώρα έχουν αλλάξει. Πράγματα που ίσχυαν, σήμερα δεν ισχύουν. Διαφορετικό το παλιό από το νέο αυτοκίνητο, ήρθαν καινούργια συστήματα ασφάλειας, το περιβάλλον απαιτεί σεβασμό απ΄ όλους, η οικονομία στην κατανάλωση είναι πλέον το ζητούμενο, η ασφάλεια για τους χρήστες του δρόμου ζητά την εφαρμογή δυσκολότερων κανόνων οδικής κυκλοφορίας, η νομοθεσία έγινε ιδιαίτερη αυστηρή και το «δεν γνώριζα», «δεν ήξερα» έχει από καιρό πάψει να δικαιολογεί τα λάθη και τις παραλείψεις μας.

Και σε κάθε περίπτωση, το ΠΕΙ είναι υποχρέωσή μας. Αποτελεί νόμο του κράτους, προσαρμογή στην κοινοτική νομοθεσία και ο υπόχρεος της περιοδικής κατάρτισης, πρέπει να το αποκτήσει. Διαφορετικά, το επαγγελματικό του δίπλωμα δεν θα ισχύει.

Ωστόσο, αλλού βρίσκεται ο σκοπός τούτου του άρθρου. Ο συντάκτης του με τη δική του εμπειρία σαν οδηγός, σαν δοκιμαστής νέων φορτηγών και παρακολουθώντας από κοντά τις εξελίξεις που τόσο γρήγορα τρέχουν, σας ζητά και σας προτρέπει να δείτε το ΠΕΙ θετικά. Να αντιληφθείτε τη σημασία του, τη σπουδαιότητά του, να καρπωθείτε τα οφέλη του, τη χρησιμότητά του, να προσθέσετε ένα συν στα επαγγελματικά σας προσόντα. Και πάντως, μην το δείτε σαν «έναν μπελά ακόμη»…

 

Καλό μήνα και πάντα καλοτάξιδοι,

Μανώλης Αγριμανάκης