Ο Υφυπουργός Μεταφορών, Mιχάλης Παπαδόπουλος, διευκρινίζει ότι ο έλεγχος τήρησης των υποχρεώσεων των επιβαινόντων σε οχήματα των Υπεραστικών ΚΤΕΛ και του Σιδηροδρόμου λαμβάνει χώρα με επίδειξη εκ των επιβατών, των εγγράφων πλήρωσης των προϋποθέσεων ταξιδίου (πιστοποιητικό εμβολιασμού ή νόσησης και διαγνωστικά τεστ) καθώς και αποδεικτικού ταυτοπροσωπίας (π.χ. ταυτότητα, διαβατήριο κ.λπ.):

  • στους υπεύθυνους διαχείρισης των τερματικών σταθμών ΚΤΕΛ (προσωπικό) κατά την έκδοση των εισιτηρίων και κατά την επιβίβαση στα λεωφορεία.

  • στους ελεγκτές εισιτηρίων εντός των σιδηροδρομικών συρμών.

  • στα όργανα ελέγχου που ορίζονται στο άρθρο 4 της υπ’ αριθ. Δ1α/ΓΠ.οικ. 60400 κ.υ.α (Β΄4577).

Από την πλευρά του, ο πρόεδρος της ΠΟΑΥΣ, Σοφοκλής Φάτσιος, είναι κάθετος. Τονίζει σε όλους τους τόνους και προς κάθε κατεύθυνση πως οι έλεγχοι για πιστοποιητικά εμβολιασμού, rapid test κ.α. δεν είναι αρμοδιότητα των υπαλλήλων στα ΚΤΕΛ, αλλά των αρμόδιων ελεγκτικών μηχανισμών του κράτους.

«Δεν έχουμε δικαίωμα να κάνουμε ελέγχους», επεσήμανε ο κ. Φάτσιος, προσθέτοντας πως «εάν οι εργαζόμενοι των ΚΤΕΛ το κάνουν, θα μπορούσαν να κατηγορηθούν μέχρι και για αντιποίηση αρχής».

Αυτό το τελευταίο το αναφέρει και ο κ. Παπαδόπουλος. Λέγοντας, όμως, ότι τα πιστοποιητικά, rapid test κ.λπ., καθώς και τα αποδεικτικά ταυτοπροσωπίας (π.χ. ταυτότητα) επιδεικνύονται στο προσωπικό των ΚΤΕΛ «για τον έλεγχο της τήρησης των υποχρεώσεων των επιβαινόντων», έρχεται σε αντίθεση με τη θέση του κ. Φάτσιου.

Εμείς, πάντως, ανατρέξαμε στο άρθρο 4 της 60400 κ.υ.α., στην οποία ως αρμόδιες αρχές ελέγχου και επιβολής κυρώσεων αναφέρονται:

Το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.ΕΠ.Ε.), οι Υγειονομικές Υπηρεσίες των ΟΤΑ α’ και β’ βαθμού, οι Διευθύνσεις Ανάπτυξης των Περιφερειακών Ενοτήτων, η Ελληνική Αστυνομία, η Δημοτική Αστυνομία, συμπεριλαμβανομένου του προσωπικού του άρθρου 50 του ν. 4753/2020 (Α’ 227), και οι Λιμενικές Αρχές στην περιοχή ευθύνης τους, η Γενική Γραμματεία Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή, η Εθνική Αρχή Διαφάνειας (Ε.Α.Δ.) του άρθρου 82 του ν. 4622/2019 (Α’ 133), καθώς και η Μονάδα Επιθεώρησης και Ελέγχου της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας.