Σύμφωνα με έρευνα που πραγματοποίησε η Γερμανική Ένωση Εμπορικών και Βιομηχανικών Επιμελητηρίων (DIHK) κατά το διάστημα 22 Ιουλίου έως 9 Αυγούστου 2021 σε δείγμα 3.000 γερμανικών επιχειρήσεων, οι οποίες δραστηριοποιούνται τόσο στη Γερμανία όσο και στο εξωτερικό, το 83% εξ αυτών αναφέρει αύξηση τιμών ή προβλήματα στην παράδοση πρώτων υλών, ενδιάμεσων προϊόντων και αγαθών, ενώ μάλιστα το 53% δεν αναμένει βελτίωση της κατάστασης μέχρι το 2022.

Σχολιάζοντας το βασικό αποτέλεσμα της έρευνας ο Δ/ντης Εξωτερικού Εμπορίου της Ένωσης (DIHK), κ. V. Treier, υπογράμμισε ότι η έλλειψη πρώτων υλών και τα σημειούμενα προβλήματα στην αλυσίδα εφοδιασμού αναμένεται να συνεχίσουν να επηρεάζουν ολόκληρο το φάσμα της γερμανικής οικονομίας και να εμποδίσουν, έτσι, τη διαδικασία ανάκαμψής της μετά την πανδημία.

Πιο συγκεκριμένα η πλειοψηφία (85%) των παραγωγών μηχανημάτων και των βιομηχανιών μετάλλων αναφέρει ότι αντιμετωπίζει συχνότερα προβλήματα στην προμήθεια χάλυβα, ενώ σημαντικές είναι και οι καθυστερήσεις ή και οι ελλείψεις, οι οποίες σημειώνονται για αλουμίνιο. Ο κατασκευαστικός κλάδος αναφέρει, επίσης, σε υψηλά ποσοστά, ελλείψεις διαθεσιμότητας και αυξημένες τιμές για χάλυβα (72%), ξύλο (46%) και πλαστικά (46%).

Ειδικότερα, οι κατασκευαστές αυτοκινήτων ανέφεραν, επιπλέον των παραπάνω, και τη μεγάλη έλλειψη σε ημιαγωγούς (χρησιμοποιούνται σε ηλεκτρονικές εφαρμογές, ειδικά για την κατασκευή εξαρτημάτων, όπως διόδους, ολοκληρωμένα κυκλώματα και σε οπτικούς αισθητήρες, όπως λέιζερ καθώς και στα συστήματα μετάδοσης ηλεκτρικής ενέργειας).

Ως αιτίες για τις σημειούμενες καθυστερήσεις στην παράδοση προϊόντων και τις συνακόλουθες αυξήσεις τιμών καταναλωτή αναφέρονται η αυξανόμενη ζήτηση/ μειωμένη ικανότητα παραγωγής σε ποσοστό 70%, διάφορα μεταφορικά προβλήματα σε ποσοστό 53%, αποτυχίες στην παραγωγή 51% και διάφοροι άλλοι λόγοι.

1

Καθυστερήσεις

Αναφορικά με τις επιπτώσεις εξαιτίας των παραπάνω, η έρευνα αναφέρει ότι οι κατασκευαστές αγοράζουν σε πολύ υψηλότερες τιμές τις πρώτες ύλες και σε μεγάλο χρόνο αναμονής μέχρι να τις παραλάβουν, υποχρεώνοντας, επίσης, να αναπροσαρμόσουν τα προγράμματα παραγωγής και να μην εξυπηρετήσουν τις υφιστάμενες παραγγελίες ή να μην δέχονται νέες παραγγελίες.

Βέβαια, μεγάλο μέρος του αυξημένου κόστους παραγωγής μετακυλίεται στον καταναλωτή: «Η αναζήτηση νέων προμηθευτών και η μετακύλιση τον ενδιάμεσου κόστους στις τιμές καταναλωτή αποτελούν αναγκαία μέτρα από πλευράς γερμανικών επιχειρήσεων, προκειμένου να μην απειληθεί η επιβίωσή τους. Εξάλλου, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει το 43% εκ των ερωτηθεισώv εταιρειών καταγράφουν, ήδη, σημαντικές απώλειες του τζίρου τους, ενώ 1 στις 4 επιχειρήσεις σχεδιάζει στο εγγύς μέλλον τον περιορισμό ή ακόμα και την παύση των δραστηριοτήτων της», αναφέρει καταλήγοντας η έρευνα.

Πηγή: Έρευνα DIHK, Αύγουστος 2021, Πρεσβεία της Ελλάδος στο Βερολίνο