Συνεχίζεται η άνοδος της τιμής του πετρελαίου κίνησης, το οποίο βρίσκεται μια ανάσα πριν το 1,5 ευρώ, ενώ σε ορισμένα νησιά (π.χ. Κυκλάδες) έφτασε να πωλείται στο 1,615 ευρώ.

Ο μέσος όρος της τιμής του πετρελαίου πανελλαδικά σταθμίστηκε στο 1,416 ευρώ, όταν πέρυσι την ίδια εποχή η μέση τιμή του ήταν 1,155 ευρώ. Με βάση το παρατηρητήριο τιμών του υπ. Ανάπτυξης, το ακριβότερο πετρέλαιο πωλείται στους νομούς των Κυκλάδων (1,615€), των Δωδεκάνησων (1,529€), της Ευρυτανίας (1,496€) και το φθηνότερο πωλείται στους νομούς Θεσσαλονίκης (1,386€), Αττικής/ Δράμας (1,39€) και Ημαθίας (1,391€).

Με βάση τα παραπάνω, το κόστος των καυσίμων στα βαρέα φορτηγά έχει εκτοξευθεί σε επίπεδα ρεκόρ με το τυπικό δρομολόγιο της γραμμής Αθήνας-Θεσσαλονίκης των 510 περίπου χιλιομέτρων να χρειάζεται 250 ευρώ για 180 λίτρα πετρέλαιο που είναι μια μέση κατανάλωση για έναν προσεκτικό οδηγό νταλίκας στους 35-40 τόνους.

Ακριβότερα, βέβαια, βγαίνουν τα δρομολόγια των φορτηγών που φουλάρουν εκτός των νομών Αττικής και Θεσσαλονίκης. Στον νομό Ευρυτανίας το πετρέλαιο σήμερα ήταν στα 1,496 ευρώ/ λίτρο, στα Γρεβενά 1,439 ευρώ/ λίτρο κ.α.

Πρόκειται για τιμές που συνδυαστικά με τις αυξήσεις των λιπαντικών, των ελαστικών, του adblue και του συνολικού κόστους του οδηγού, έφεραν σε απρόσμενα υψηλά επίπεδα το κόστος λειτουργίας των φορτηγών. Και τα μεν Φ.Ι.Χ. έχουν τη δυνατότητα να μετακυλίσουν το αυξημένο αυτό κόστος στα προϊόντα -το κάνουν ήδη και θα συνεχίσουν να το κάνουν- όμως για τα Φ.Δ.Χ. η μετακύλιση του υπερβάλλοντος κόστους στον πελάτη μόνο εύκολο δεν είναι εξαιτίας των συμφωνιών που έχουν κλείσει και παραμένουν σε ισχύ. Την ίδια στιγμή, οι μεταφορικές έχουν να αντιμετωπίσουν και τον μεταξύ τους ανταγωνισμό (το αιώνιο πρόβλημα που μαστίζει τον Κλάδο των Φ.Δ.Χ.), με ορισμένες εταιρείες να είναι πρόθυμες να κατεβάσουν τα κόμιστρα, προκειμένου «να πάρουν τη δουλειά» από το συνάδελφο, χωρίς να αναλογίζονται τις τραγικές συνέπειες για τους ίδιους.

Από την άλλη πλευρά, είναι γνωστό σε όλους ότι ο Κλάδος των Φ.Δ.Χ. έχει πλέον χάσει τη δυναμική που είχε στο παρελθόν, έχει πάψει να μετέχει στα κέντρα λήψης των αποφάσεων και δεν είναι σε θέση να προβάλλει αιτήματα και απαιτήσεις.