Τα μεγάλα σιδηροδρομικά έργα αποτελούν αντικείμενο ενδιαφέροντος από πολλές μεγάλες εταιρείες της Ελλάδας και του εξωτερικού.

Αυτό ανέφερε μεταξύ άλλων ο Υφυπουργός Υποδομών και Μεταφορών, αρμόδιος για τις Υποδομές, Γιώργος Καραγιάννης, ενημερώνοντας τα μέλη της Διαρκούς Επιτροπής Παραγωγής και Εμπορίου της Βουλής σχετικά με τη σύμβαση για το σιδηροδρομικό έργο «Εγκατάσταση σύγχρονου συστήματος σηματοδότησης καθώς και ETCS-LEVEL1 στο τμήμα Θεσσαλονίκη - Ειδομένη και αντικατάσταση 37 αλλαγών τροχιάς για τις ανάγκες της σηματοδότησης».

Ο Υφυπουργός Υποδομών χαρακτήρισε εξαιρετικά σημαντικό το έργο που ξεκινά από τον Σιδηροδρομικό Σταθμό Θεσσαλονίκης ως τον αντίστοιχο στην Ειδομένη, ενώ ιδιαίτερα για το τμήμα Πολύκαστρο – Ειδομένη, το έργο εκτείνεται κατά μήκος της νέας παραλλαγής της γραμμής και εξήγησε ότι «με την εγκατάσταση σύγχρονων σιδηροδρομικών συστημάτων, μεγιστοποιείται η ασφάλεια, η άνεση και η μεταφορική ικανότητα του σιδηροδρομικού δικτύου προς τη γειτονική χώρα και τα υπόλοιπα Βαλκάνια».

Μάλιστα, τόνισε ότι με την ολοκλήρωση του έργου, ο πλήρης εκσυγχρονισμός της μονής, ηλεκτροκίνητης, πλέον, σιδηροδρομικής γραμμής ανοίγει τον δρόμο για τα διεθνή δρομολόγια που, όπως σχολίασε ο Υφυπουργός, «εδώ και χρόνια είναι σχεδόν ανύπαρκτος».

«Αντικείμενο ενδιαφέροντος»

Ο κ. Καραγιάννης υπογράμμισε ότι το Υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών υλοποιεί το μεγαλύτερο πρόγραμμα σιδηροδρομικών έργων ύψους 4,5 δισ. ευρώ με στόχο να συνδέσει τους μεγάλους λιμένες της χώρας με το σιδηροδρομικό δίκτυο, αναβαθμίζοντας έτσι, τον στρατηγικό τους ρόλο.

Σύμφωνα με τον Υφυπουργό, το μεγάλο αυτό πρόγραμμα επιβεβαιώνει την «απόφαση για ανάπτυξη και βελτίωση του σιδηροδρομικού δικτύου, ενός φιλοπεριβαλλοντικού και πράσινου μέσου μεταφοράς» και πρόσθεσε ότι: «τα μεγάλα έργα του ανταγωνιστικού διαλόγου, ύψους 4,5 δισεκατομμυρίων ευρώ έχουν ξεκινήσει και αποτελούν αντικείμενο ενδιαφέροντος από πολλές μεγάλες εταιρείες της Ελλάδας και του εξωτερικού».

Ειδικότερα, για τη Θεσσαλονίκη, αλλά και τη Βόρεια Ελλάδα, ο κ. Καραγιάννης σημείωσε ότι «αποκτά ακόμα ένα συγκριτικό πλεονέκτημα ως σύγχρονος διαμετακομιστικός κόμβος στα Βαλκάνια, με προφανή οικονομικά και αναπτυξιακά πλεονεκτήματα».