Η ψύξη του κινητήρα αποτελεί ένα από τα κυριότερα συστήματα του οχήματος καθώς, χωρίς την απαραίτητη απαγωγή θερμότητας είναι αδύνατη η ορθή λειτουργία του. Οι θερμοκρασίες που αναπτύσσονται μέσα σε έναν κινητήρα εσωτερικής καύσης κατά την κίνησή του, είναι πολύ υψηλότερες από εκείνες που μπορούν να αντέξουν τα υλικά κατασκευής του και το υγρό λίπανσης (λάδι).

Ως αποτέλεσμα όλων των παραπάνω θα ήταν η αυξημένη τριβή και η συστολή/διαστολή των κινούμενων μερών με επακόλουθο το "κόλλημα" των πιστονιών μέσα στους κυλίνδρους.

Επιπλέον, η πολύ χαμηλή θερμοκρασία λειτουργίας είναι ανεπιθύμητη καθώς, για να δημιουργηθούν κατάλληλες συνθήκες ενέργειας και ισχύος, οι κινητήρες αποδίδουν σωστά μέσα σε ορισμένα επιθυμητά όρια θερμοκρασίας. Επομένως, σκοπός του συστήματος ψύξης είναι να προσδίδει ή να αφαιρεί θερμότητα από τον κινητήρα όταν αυτό απαιτείται προκειμένου να επιτυγχάνεται η αποδοτική λειτουργία του οχήματος.

Μετάδοση θερμότητας

Ένα σημαντικό φυσικό φαινόμενο, που είναι απαραίτητο να γίνει κατανοητό, είναι η μεταφορά της θερμότητας ή αλλιώς μετάδοση θερμότητας.

Ως γνωστόν, η μεταφορά θερμότητας γίνεται από τα θερμότερα στα ψυχρότερα σώματα. Ως εκ τούτου, το υγρό που ψύχει τη μηχανή ουσιαστικά λαμβάνει τη θερμότητα που έχει εσωτερικά ο κινητήρας από τους κυλίνδρους και τη μεταφέρει προς τα έξω προκειμένου το ψυγείο νερού να την αποβάλει στο περιβάλλον. Γενικότερα, τα ποσοστά θερμότητας που χάνονται σε έναν κινητήρα εσωτερικής καύσης είναι κατά προσέγγιση:

  • 30-35% από τα εξερχόμενα καυσαέρια
  •  25-32% λόγω παραγωγής έργου από τον κινητήρα
  •  7-8% ακτινοβολούμενη θερμότητα από τον κορμό του κινητήρα
  •  32-33% απαγωγή θερμότητας από το σύστημα ψύξης

Τύπος συστήματος ψύξης

Τυπικά, αναφέρεται ότι το σύστημα ψύξης των επαγγελματικών οχημάτων είναι υδρόψυκτο. Δηλαδή, το μέσο απαγωγής της θερμότητας είναι ρευστό, εν προκειμένω, το ψυκτικό υγρό. Τα πλεονεκτήματα του υδρόψυκτου συστήματος είναι προφανώς περισσότερα από αυτά του αερόψυκτου σε κινητήρες μεγάλου κυβισμού και ισχύος καθώς, τους καθιστούν πλήρως λειτουργικούς και έτοιμους να ανταποκριθούν επάξια σε αρκετά δύσκολες θερμοκρασιακές συνθήκες. Το υδρόψυκτο σύστημα ονομάζεται και κλειστής λειτουργίας διότι, το υγρό ψύξης ξαναψύχεται και εισέρχεται ξανά μέσα στον κινητήρα. (Σημείωση: Για το υγρό ψύξης ή ψυκτικό υγρό που το λέμε απλά νερό, θα αναφερθούμε στο επόμενο τεύχος, στο δεύτερο μέρος του άρθρου).

Οι υδρόψυκτοι κινητήρες προσφέρουν ομοιόμορφη κατανομή της θερμοκρασίας σε όλους τους κυλίνδρους ενώ, η θερμοκρασία του υγρού είναι ανεξάρτηση από τον αέρα του περιβάλλοντος. Επίσης μειώνει τον θόρυβο από τη λειτουργία της μηχανής. Παρόλα αυτά, σημαντικό μειονέκτημα του συγκεκριμένου συστήματος είναι η ύπαρξη εξαρτημάτων που προσδίδουν βάρος στο αμάξωμα και στερούν από τη γραμμή κίνησης ένα μέρος της ισχύος (μικρό ποσοστό) του κινητήρα. Να προσθέσουμε ακόμα, ότι η συντήρηση που απαιτείται για το υδρόψυκτο σύστημα είναι μεγαλύτερη. Από την άλλη όμως πλευρά, η γενική διάταξη του οχήματος, βοηθάει τον κινητήρα να ψυχθεί ακόμα καλύτερα με τη βοήθεια του αέρα καθώς, το εμπρόσθιο μέρος του οχήματος διαμορφώνεται κατάλληλα από τους κατασκευαστές με την προσθήκη αεραγωγών, ώστε η ροή του αέρα κατά την κίνηση να απάγει (να διώχνει) τη θερμότητα αερόψυκτα.

 

Εξαρτήματα συστήματος ψύξης

Τα βασικά εξαρτήματα που συνθέτουν ένα τυπικό σύστημα ψύξης είναι: n Ψυγείο νερού n Αντλία νερού n Βεντιλατέρ (ανεμιστήρας) n Θερμοστάτης n Κολάρο νερού (σωλήνας τροφοδοτήσεως) n Υδροχιτώνια n Δοχείο νερού/διαστολής

Ψυγείο νερού

Αποτελεί ίσως το χαρακτηριστικότερο εξάρτημα του συστήματος καθώς είναι άμεσα αντιληπτό και εντοπίσιμο. Το ψυγείο νερού είναι ένας εναλλάκτης θερμότητας νερού-αέρος, που μεταφέρει τη θερμότητα του υγρού στο περιβάλλον. Σκοπός του είναι να εκθέτει στο ρεύμα αέρος όσο το δυνατόν μεγαλύτερη επιφάνεια υγρού. Χρησιμοποιούνται συνηθέστερα τα κυψελωτά ψυγεία νερού καθώς προσφέρουν καλύτερη ψυκτική επιφάνεια.

Αποτελείται από δύο δοχεία νερού, τον άνω και κάτω υδροθάλαμο, που είναι συνδεδεμένα μεταξύ τους από κατακόρυφους διόδους νερού. Μεταξύ των κατακόρυφων διόδων του νερού υπάρχουν αρκετά μεταλλικά πλέγματα που σχηματίζουν σερπαντίνα ή εξαγωνικά κενά, μέσα από τα οποία διαχέεται ο ατμοσφαιρικός αέρας, αυξάνοντας σημαντικά τη θερμική μετάδοση. Οι σειρές των διόδων νερού ποικίλουν ανάλογα με τον τύπο και το μέγεθος του ψυγείου. Έτσι λοιπόν όσο περισσότερες είναι οι σειρές των διόδων (πχ "4σειρο ψυγείο") τόσο καλύτερος είναι ο διασκορπισμός του υγρού στην ψυκτική επιφάνεια. Στον άνω υδροθάλαμο εισέρχονται τα θερμά νερά του συστήματος ψύξης όπου και κατανέμονται ομοιόμορφα στις διόδους του νερού.

Στον κάτω υδροθάλαμο, εισέρχονται τα ψυχρά πλέον νερά του συστήματος. Από εκεί οδηγούνται εκ νέου για επανακυκλοφορία. Επιπλέον σε εκείνο το σημείο βρίσκεται και ειδική βάνα εκκένωσης του νερού από το σύστημα. Σε πολλά οχήματα η στοίχιση των άνω και κάτω υδροθαλάμων είναι δεξιά και αριστερά αντίστοιχα, ενώ οι κατακόρυφοι δίοδοι είναι οριζόντιοι. Τα ψυγεία, έχουν συγκεκριμένη χωρητικότητα και επιφάνεια ως συνάρτηση της ισχύος του κινητήρα και της αντλίας νερού. Εάν ένα σύστημα διαθέτει "μικρότερο ψυγείο" από ότι έχει ορίσει ο κατασκευαστής, τότε η ψύξη θα είναι ανεπαρκής καθώς δεν θα είναι δυνατή η αναγκαία αποβολή θερ- μότητας προς το περιβάλλον.

Αντλία νερού

Η αντλία νερού (ή υδραυλία) εξασφαλίζει την κυκλοφορία του νερού μέσα στο κύκλωμα ψύξης. Είναι ουσιαστικά ένας συνεχής κυκλοφορητής νερού που παίρνει κίνηση από τον στροφαλοφόρο άξονα του κινητήρα διαμέσου πριονοτού ιμάντα. Η αντλία είναι συνήθως φυγοκεντρικού τύπου όπου, διαμέσου περιστροφικής κίνησης εξαναγκάζει σε ροή το ψυκτικό υγρό. Τοποθετείται στο εμπρόσθιο τμήμα του κινητήρα, σε παράλληλη ευθεία με τον στροφαλοφόρο άξονα αλλά και τα υπόλοιπα συνεργαζόμενα τμήματα σύνδεσης. Η απουσία της υδραντλίας θα είχε ως συνέπεια την ακύρωση της συνολικής λειτουργίας ψύξης επιφέρο- ντας τη δημιουργία τοπικής υπερθέρμανσης του νερού μέσα στο σύστημα. Αν και η θερμοκρασιακή διαφορά του υγρού από μόνη της δημιουργεί την κίνησή του, εντούτοις οι μεγάλες ψυκτικές απαιτήσεις των μεγάλου κυβισμού κινητήρων, επιβάλλουν την κίνηση του υγρού μέσα στο σύστημα ασταμάτητα.

Ως εκ τούτου, η διαρκής κυκλοφορία του νερού κατανέμει τη θερμοκρασία του ισόποσα και ταχύτατα. Αξίζει να σημειωθεί ότι, η αντλία νερού δεν «ανεβάζει πίεση» στο κύκλωμα, δεν είναι δηλαδή συμπιεστής νερού αλλά κυκλοφορητής νερού όπως συμβαίνει στο κύκλωμα των οικιακών καλοριφέρ. Βοηθά ωστόσο στον εκμηδενισμό των απωλειών πίεσης λόγω των εσωτερικών τριβών του υγρού που υπάρχουν μέσα στις σωληνώσεις (θα αναφερθούμε παρακάτω). Επίσης, η ταχύτητα περιστροφής της αντλίας εξαρτάται από τις στροφές ανά λεπτό του κινητήρα. Όσο περισσότερες είναι οι σαλ. της μηχανής, τόσο μεγαλύτερη είναι η παροχή της αντλίας. Ωστόσο, εξαιτίας της διαρκούς τάσης των κατασκευαστών να λειτουργούν τους κινητήρες σε ολοένα και λιγότερες στροφές, το σύστημα ψύξης τείνει να γίνεται ολοένα ισχυρότερο προκειμένου η αντλία ψύξης να αποδίδει εξίσου κατάλληλα «στα χαμηλά».

Βεντιλατέρ (ανεμιστήρας)

Το βεντιλατέρ πήρε το όνομά του από τη γαλλική λέξη Ventilateur που σημαίνει ανεμιστήρας. Προορισμός του ανεμιστήρα είναι η δημιουργία ροής αέρα, από έξω προς τα μέσα έτσι ώστε να υποβοηθά την ψύξη του ψυγείου όταν η θερμοκρασία του ψυκτικού υγρού ανεβεί πάνω από ορισμένα επίπεδα. Τοποθετείται μεταξύ του κινητήρα και του ψυγείου και παίρνει κίνηση από τον στροφαλοφόρο άξονα. Η συνεχής κίνηση του βεντιλατέρ, ψύχει σε σταθερή βάση το ρευστό ενώ παράλληλα, αφαιρεί ισχύ από τον κινητήρα επηρεάζοντας την κατανάλωση καυσίμου. Επίσης, οι φτερωτές του ανεμιστήρα λόγω της ροπής αδράνειας, σε απότομες αυξομειώσεις των στροφών του κινητήρα, υπήρχε περίπτωση να σπάσουν εξαιτίας κρουστικών δυνάμεων.

Για τον λόγο αυτό, επινοήθηκε ο συμπλέκτης ανεμιστήρα. Η λειτουργία του στηρίζεται στην αναγκαία εμπλοκή και απεμπλοκή της φτερωτής με κατάλληλους δίσκους που από τη μια περιστρέφονται από τον ιμάντα και από την άλλη από τον ανεμιστήρα. Μεταξύ τους υπάρχει κενό. Με κατάλληλο υγρό, μόλις αυξηθεί η θερμοκρασία και τείνει να διασταλεί, εισέρχεται μέσα στους δίσκους σύμπλεξης οι οποίοι λόγω της ανάπτυξης ροπής από τον ιμάντα περιστρέφουν τον ανεμιστήρα.

Η εντολή σύμπλεξης γίνεται είτε ηλεκτρομαγνητικά είτε (σε παλαιότερα μοντέλα) με τη βοήθεια υδραργύρου. Επιπρόσθετα, το υλικό κατασκευής του ανεμιστήρα είναι ενισχυμένο πλαστικό, εν αντιθέσει με το μεταλλικό που υπήρχε πολύ παλαιότερα. Έτσι λοιπόν, οι θόρυβοι ελαττώθηκαν ενώ, το βάρος μειώθηκε αποφορτίζοντας τον συμπλέκτη και τον ιμάντα. Στις νέες τεχνολογίες συγκαταλέγονται τα ηλεκτρονικά βεντιλατέρ, τα οποία δεν επιβαρύνουν την κατανάλωση καυσίμου ενώ ο έλεγχος γίνεται με μεγαλύτερη ακρίβεια. Ωστόσο, λόγω της μεγάλης ροπής αδράνειας και της ταχύτητας περιστροφής του ανεμιστήρα, αυτός απαιτεί αυξημένη ηλεκτρική ισχύ.

Η χρήση του βεντιλατέρ είναι αναπόσπαστο κομμάτι του συστήματος ψύξης. Όπως είδαμε παραπάνω, το ψυγείο αποβάλλει την θερμότητα του υγρού εξαιτίας της ροής ατμοσφαιρικού αέρα. Όταν το όχημα κινείται με υψηλή ταχύτητα, η ροή του αέρα είναι μεγάλη επομένως η χρήση του ανεμιστήρα δεν είναι αναγκαία. Αντιθέτως, σε ενδεχόμενη ακινησία (λειτουργία σε ρελαντί) ή κίνηση του οχήματος με χαμηλή ταχύτητα, ειδικά αν το όχημα κινείται σε ανωφέρεια, η ταχύτητα του αέρα είναι ανεπαρκής προκειμένου να απάγει την απαραίτητη θερμότητα από το ψυγείο. Έτσι λοιπόν, με τη βοήθεια του ανεμιστήρα εξασφαλίζεται η απαραίτητη ροή του αέρα προς το ψυγείο.

Θερμοστάτης

Η λειτουργία του θερμοστάτη είναι λιγότερο γνωστή στο κύκλωμα ψύξης καθώς αρκετοί είναι εκείνοι που δεν γνωρίζουν την χρησιμότητά του. Παρόλα αυτά μέσω του θερμοστάτη επιτυγχάνεται ο γρήγορος έλεγχος της θερμοκρασίας του ψυκτικού υγρού μέσα στα επιθυμητά πλαίσια που ορίζει ο κατασκευαστής. Είναι μια βαλβίδα που τοποθετείται στην έξοδο του κινητήρα, πριν το ψυκτικό υγρό εισέλθει στο ψυγείο, εκεί όπου δηλαδή τα νερά έχουν τη μεγαλύτερη θερμοκρασία. Η συγκεκριμένη βαλβίδα ανάλογα με τη θερμοκρασία του υγρού προκαλεί την κίνηση ενός εμβόλου εσωτερικά του θερμοστάτη που ανοίγει σταδιακά (ανάλογα με τη θερμοκρασία) τη βαλβίδα επιτρέποντας μια ποσότητα του ψυκτικού υγρού να περάσει προς το ψυγείο. Ο θερμοστάτης βοηθά επίσης το όχημα να ανεβάσει γρήγορα θερμοκρασία κατά την κρύα εκκίνηση, ιδιαίτερα τις ημέρες του χειμώνα.

Αρκετές είναι οι εικόνες των οχημάτων που έχουν τοποθετημένα στη «μάσκα» του οχήματος χαρτόνι για να διατηρείται η θερμοκρασία του νερού σε φυσιολογικά επίπεδα. Όταν ένας κινητήρας δουλεύει σε χαμηλές θερμοκρασίες τότε, δεν δημιουργούνται κατάλληλες συνθήκες για να γίνει αποδοτικά η καύση οπότε, αυξάνεται η κατανάλωση καυσίμου λόγω μειωμένης απόδοσης. Επηρεάζεται επίσης και η λίπανση του κινητήρα αν δεν έχουμε χρησιμοποιήσει το κατάλληλο λάδι με το σωστό ιξώδες. Έτσι η μηχανή δυσκολεύεται να λειτουργήσει και η αντλία λαδιού επιβαρύνεται. Στις βόρειες ψυχρές χώρες, ορισμένα οχήματα είναι εφοδιασμένα με πρόψυξη του υγρού ώστε να γίνεται ευκολότερη η εκκίνηση αλλά και τα «πρώτα χιλιόμετρα».

Κολάρο νερού (σωλήνας τροφοδοσίας)

Τα γνωστά κολάρα είναι ελαστικοί πλαστικοί σωλήνες τροφοδοσίας, τα οποία ενώνουν τον κινητήρα με το ψυγείο. Η σύνδεση κινητήρα-ψυγείου δεν περιλαμβάνει αποκλειστικά τα κολάρα αλλά διαθέτει και κατάλληλους μεταλλικούς σωλήνες που προσαρμόζονται είτε σε γωνίες, είτε είναι μακριές.

Τα κολάρα, ανάλογα με τις προδιαγραφές που επισημαίνονται, είναι διαφορετικού μεγέθους και σχήματος για να προσαρμόζονται κατάλληλα και επακριβώς στο σύστημα. Αρκετά είναι τα κολάρα που είναι ενισχυμένα με λινά όπως ακριβώς τα ελαστικά του οχήματος με σκοπό, την περαιτέρω ενίσχυση και αντοχή. Επίσης, οι μηχανικοί προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν τη θερμική μετάδοση στο έπακρο τοποθετώντας σωλήνες με τυρβώδη ροή. Πιο αναλυτικά, η ροή μέσα σε ένα σωλήνα είναι θα λέγαμε στρωτή. Δηλαδή, η κυκλοφορία του νερού γίνεται χωρίς η γραμμική ροή του να μεταβάλλεται κατά τη μεταφορά.

Πιο παραστατικά, τα μόρια του νερού ολισθαίνουν μέσα στον σωλήνα κατά ένα τρόπο ώστε το νερό που εφάπτεται στο εξωτερικό μέρος του σωλήνα τροφοδοσίας να είναι κρύο ενώ αυτό που βρίσκεται στο κέντρο του σωλήνα να παραμένει ζεστό. Αντιθέτως, με την τυρβώδη ροή η κίνηση του νερού γίνεται με στροβιλισμούς, δηλαδή τα μόρια του υγρού αλλάζουν απότομα ταχύτητα μεταβάλοντας τη θέση τους.

Αυτό οφείλεται σε πολλούς παράγοντες, κυριότερη αιτία όμως είναι η εσωτερική διαμόρφωση του σωλήνα ή του κολάρου. Εξαιτίας αυτής της "αντικανονικής" ροής, τα εξωτερικά ψυχρότερα μόρια του νερού αναμιγνύονται με τα εσωτερικά πιο θερμότερα μόρια. Με αυτό τον τρόπο η θερμοκρασία του ρευστού είναι σταθερότερη και σε χαμηλότερο θερμοκρασιακά επίπεδο. Εντούτοις, στα αρνητικά της τυρβώδους ροής συγκαταλέγονται οι ενδεχόμενες τριβές που αυξάνουν τις απώλειες πίεσης του κυκλώματος, κάτι που αναπληρώνεται από την παρουσία αντλίας νερού.

Υδροχιτώνια

Αφού αναφερθήκαμε στις σωλήνες τροφοδοσίας εξωτερικά του κινητήρα, σειρά έχει η παρουσίαση της πορείας του νερού εντός αυτού. Μεταξύ των κυλίνδρων και του κορμού υπάρχει ένας κενός χώρος μέσα από τον οποίο περνά το υγρό ψύξης. Αυτό το διάκενο ονομάζεται υδροχιτώνιο. Είναι εξαιρετικά σημαντική κατασκευή καθώς επιβάλλει τη μέγιστη εκμετάλλευση απαγωγής θερμότητας απο όλους τους κυλίνδρους εξίσου. Επίσης, στην κυλινδροκεφαλή οι ανάγκες ψύξης είναι αρκετά αυξημένες καθώς δέχονται ίσως τα μεγαλύτερα ποσά ενέργειας λόγω της καύσης. Απο εκεί ρέει συνεχώς ψυκτικό υγρό που μεταφέρει άμεσα τη θερμότητα. Εξαιτίας των υδροκαναλιών, τα τοιχώματα του κινητήρα, συγκριτικά με αυτά σε έναν αερόψυκτο κινητήρα, είναι διπλά προκειμένου να δημιουργηθούν τα διάκενα. Ως εκ τούτου, η παραγωγή των κινητήρων παρουσιάζει πολυπλοκό- τητα ενώ παράλληλα το βάρος αυξάνεται σημαντικά. Μεταξύ των τμημάτων του κινητήρα τοποθετούνται ειδικές φλάτζες με σκοπό να αποτραπούν διαρροές και να επιτευχθεί στεγανότητα.

Δοχείο νερού/διαστολής

Το δοχείο νερού/διαστολής βρίσκεται στο πιο ψηλό μέρος του συστήματος ψύξης. Από εκείνο το σημείο συμπληρώνεται το νερό από τον οδηγό. Σημαντικό εξάρτημα του δοχείου είναι η λεγόμενη "τάπα" που δεν περιέχει τίποτα άλλο από μία ειδική και έξυπνη βαλβίδα που αποτρέπει την ανάπτυξη -πέραν του επιθυμητού- πίεσης. Έαν παρατηρήσει κάποιος το θερμόμετρο του υγρού στο ταμπλό του οδηγού, θα παρατηρήσει ότι αυτό ξεπερνάει τους 100°C. Είναι εύλογο το ερώτημα: Πώς γίνεται το νερό να μην βράζει πάνω από εκείνες τις θερμοκρασίες; Στο επόμενο τεύχος θα γίνει εκτενής αναφορά στην πρόσμιξη του νερού με αντιψυκτικά και διαβρωτικά υγρά που συντελούν προς αυτόν τον σκοπό. Επί τούτου όμως, από τη θερμοδυναμική γνωρίζουμε ότι η πίεση είναι ανάλογη της θερμοκρασία βρασμού ενός ρευστού. Οπότε, όταν αυξηθεί η πίεση του κυκλώματος πάνω από την ατμοσφαιρική πίεση το σημείο βρασμού αυξάνεται πέραν των 100 °C.

Εάν παρόλα αυτά η πίεση αυξηθεί πέραν του ορίου που του επιτρέπει ο κατασκευαστής, τότε το ψυκτικό υγρό μέσω της βαλβίδας εκτονώνεται. Επίσης ο λόγος (πέρα του κινδύνου) που δεν επιτρέπεται να ανοίγεται η τάπα του δοχείου όταν η μηχανή είναι ζεστή είναι γιατί η απότομη μείωση της πίεσης θα ατμοποιήσει το ρευστό. Επομένως ποτέ δεν ανοίγουμε το δοχείο νερού όταν η μηχανή είναι ζεστή. ΠΡΟΣΟΧΗ: Αν και το δοχείο νερού συντελεί σε ενδεχόμενη αύξηση της πιέσεως για άνοδο του σημείου βρασμού, εν τούτοις η προσέγγιση αυτών των θερμοκρασιακών τιμών κατά την οδήγηση πρέπει να αποφεύγεται. Τέλος, το δοχείο συστολής για να αποδώσει κανονικά, πρέπει να συμπληρώνεται μέχρι μία ορισμένη ποσότητα (min-max) που είναι σχεδιασμένη επάνω στο δοχείο νερού. Επιτρέπεται έτσι η συμπλήρωση ψυκτικού υγρού στο κύκλωμα εάν υπάρξουν απώλειες χωρίς το σύστημα να "πάρει" αέρα.

Λειτουργία συστήματος ψύξης

Αφού αναλύθηκαν παραπάνω τα κυριότερα υποσυστήματα του κυκλώματος ψύξης, σειρά έχει τώρα η αναπαράσταση της μεταξύ τους συνεργασίας. Κατά την εκκίνηση του κινητήρα, η αντλία νερού κυκλοφορεί το ρευστό μέσα στα υδροχιτώνια και τις διάφορες οπές διέλευσης υγρού εσωτερικά του κινητήρα. Ο θερμοστάτης παραμένει κλειστός εξαιτίας της χαμηλής θερμοκρασίας του ρευστού. Μόλις ανέβει η θερμοκρασία τότε η βαλβίδα του θερμοστάτη ανοίγει και το ψυκτικό υγρό εισέρχεται στον άνω υδροθάλαμο του ψυγείου όπου και διαμερίζεται στις διόδους νερού του ψυγείου. Καθώς το ψυκτικό υγρό κατέρχεται του ψυγείου προς τον κάτω υδροθάλαμο, ψύχεται με τη βοήθεια του ατμοσφαιρικού αέρα αποβάλλοντας θερμότητα.

Από τον κάτω υδροθάλαμο επανέρχεται διαμέσου των σωλήνων τροφοδοσίας (κολάρα) προς την υδραντλία και τελικά στο σύστημα. Εάν παρόλα αυτά, η θερμοκρασία συνεχίζει να αυξάνεται (συνήθως 5-7°C ανάλογα με τη ρύθμιση πάνω από το πλήρες άνοιγμα του θερμοστάτη) τότε "κομπλάρει" το βεντιλατέρ και υποβοηθά την ψύξη του ψυγείου. Παράλληλα, η πίεση του ψυκτικού υγρού ενδέχεται να αυξηθεί, οπότε εάν ξεπεράσει συγκεκριμένη τιμή η βαλβίδα της τάπας θα εκτονώσει το νερό.

Να αναφερθεί ότι η παραπάνω παράθεση του συστήματος ψύξης αφορά την κλασσική αρχιτεκτονική συστήματος ψύξης που περιείχε κατά βάση μηχανικά εξαρτήματα. Η εξέλιξη που έχει υπάρξει τα τελευταία χρόνια, εισήγαγε και αντικατέστησε σε μεγάλο βαθμό τους μηχανικούς ελέγχους δεδομένων (θερμοκρασία, πίεση ρευστού κ.α.) με ηλεκτρικούς αισθητήρες προκειμένου ο εγκέφαλος να μπορεί να διαχειρίζεται, επεξεργάζεται και ενεργεί αποδοτικότερα και ταχύτερα. Στο επόμενο τεύχος θα αναφερθούμε στο ψυκτικό υγρό του συστήματος, τον τρόπο οδήγησης που πρέπει να ακολουθείται καθώς και χρήσιμες συμβουλές για τον επαγγελματία οδηγό σε περίπτωση βλάβης.