Αναφερθήκαμε στο προηγούμενο τεύχος στην τεχνολογία των λιπαντικών, στα χαρακτηριστικά τους και στις απαιτήσεις που έχουν από τα λιπαντικά οι σύγχρονοι κινητήρες. Στο τεύχος αυτό θα επικεντρωθούμε σε ένα περισσότερο πρακτικό θέμα που πάντα απασχολεί τους αυτοκινητιστές και έχει να κάνει με την κατανάλωση και την απώλεια λαδιών.

Να υπενθυμίσουμε ότι το λάδι κυλάει ανάμεσα στα μηχανικά μέρη για να μειώσει τις τριβές, να τα προστατεύει, να εμποδίζει την αύξηση υπερβολικής θερμοκρασίας, ενώ παράλληλα συμβάλλει στη μείωση του θορύβου από τη λειτουργία της μηχανής.

Κατανάλωση και απώλεια λαδιού, είναι δύο εντελώς ξεχωριστά πράγματα, αν και συχνά ακούμε μεταξύ αυτοκινητιστών τη φράση «καίει λάδια» εννοώντας και τα δύο. Πολύ απλά, κατανάλωση είναι η ποσότητα του λαδιού κινητήρα που φθάνει στο θάλαμο καύσης και καίγεται. Απώλεια λαδιού έχουμε, όταν το λάδι του κινητήρα διαρρέει λόγω προβληματικής στεγανότητας και χύνεται στο έδαφος.

Η κατανάλωση λοιπόν είναι θα λέγαμε μια φυσιολογική κατάσταση που προς το παρόν, με την υπάρχουσα τεχνολογία η λειτουργία των κινητήρων είναι αναπόφευκτη. Μηχανολογικά, η κατανάλωση του λαδιού κινητήρα εκφράζεται σε γραμμάρια ανά κιλοβατώρα (g/kWh) και έτσι ελέγχεται σε επίπεδο δοκιμών κατασκευαστών αυτοκινήτων προκειμένου να προσδιορίσουν – μαζί με άλλους παράγοντες – τους χρόνους αλλαγής των λιπαντικών για το κάθε μοντέλο. Βασικός παράγοντας της κατανάλωσης λιπαντικού είναι η ίδια σύνθεσή του για την οποία μιλήσαμε στο προηγούμενο τεύχος.

Εδώ κρίνουμε σκόπιμο να σημειώσουμε ότι μεταξύ συνθετικών και μη συνθετικών λαδιών, η διαφορά βρίσκεται στο γεγονός ότι το συνθετικό λάδι παρουσιάζει αυξημένη θερμοκρασιακή σταθερότητα και καλύτερες ιδιότητες σε ένα μεγαλύτερο εύρος θερμοκρασιών έναντι των ορυκτέλαιων, δηλαδή των μη συνθετικών λαδιών.

Το γεγονός όμως ότι ένα λάδι είναι απλά συνθετικό, δεν σημαίνει αυτόματα ότι είναι και καλύτερο από ένα καλής ποιότητας ορυκτέλαιο. Προτείνονται μεν τα συνθετικά, αλλά ο αυτοκινητιστής θα πρέπει να χρησιμοποιεί οπωσδήποτε το λάδι που προτείνει ο κατασκευαστής προκειμένου να αποφεύγονται τυχόν ανεπιθύμητες ενέργειες όπως μειωμένη λιπαντική δράση ή φθορά στο υλικό των σημείων στεγανοποίησης.

Η σύνθεση εξάλλου του λιπαντικού που προτείνει ο κατασκευαστής έχει να κάνει επίσης με τα διαστήματα αλλαγής των λαδιών αλλά και με τη συνολική επίδραση στην απόδοση του φορτηγού/ λεωφορείων, όπως θα αναλύσουμε σε επόμενα άρθρα μας.

Ποια είναι όμως η «φυσιολογική» κατανάλωση λαδιού;

Το ερώτημα όμως για τον ιδιοκτήτη του φορτηγού ή του λεωφορείου είναι πρακτικό. Πώς δηλαδή θα ξέρει ότι η κατανάλωση του λαδιού του οχήματός του είναι η φυσιολογική τη στιγμή που δεν είναι δυνατόν να μετρήσει αυτή την κατανάλωση σε γραμμάρια ανά κιλοβατώρα όπως κάνουν οι κατασκευαστές; Στο ερώτημα η απάντηση είναι εμπειρική μεν, αλλά πολύ κοντά στην πραγματικότητα και εύκολα μετρήσιμη.

Συνδέουμε δηλαδή την κατανάλωση του λαδιού με την κατανάλωση του καυσίμου που μας είναι γνωστή και λέμε ότι η κατανάλωση του λαδιού θα πρέπει να κυμαίνεται μεταξύ 0,25% έως 0,5% της κατανάλωσης του πετρελαίου. Οι νεότεροι πετρελαιοκινητήρες θα πρέπει να βρίσκονται κοντά στο 0,25% ενώ οι παλαιότερης τεχνολογίας πιο κοντά στο 0,5% της κατανάλωσης του πετρελαίου.

Εκτός όμως από την παλαιότητα του κινητήρα, η κατανάλωση του λαδιού επηρεάζεται, ως ένα μικρό ποσοστό, και από την ισχύ και τη λειτουργία του υπερσυμπιεστή turbo, ο οποίος και αυτός έχει ανάγκη λίπανσης.

Αναφέρουμε στη συνέχεια ένα απλό παράδειγμα εύκολου προσδιορισμού της κατανάλωσης λαδιού. Παίρνουμε σαν βάση, ότι ένα φορτηγό μικτού βάρους μέχρι 40 τόνους, καταναλώνει 40 λίτρα πετρέλαιο στα 100 χιλιόμετρα και άρα 400 λίτρα στα 1.000 χιλιόμετρα. Αν υπολογίσουμε στο 0,35% (σαν μέσο όρο) την κατανάλωση του λαδιού, τότε το φορτηγό στα 1.000 χιλιόμετρα «δικαιολογείται» να ξοδέψει 1,4 λίτρα λάδι. Αν ο κινητήρας είναι σύγχρονης τεχνολογίας και η κατανάλωση του λαδιού βρίσκεται στο 0,25% εκείνης του πετρελαίου, τότε στα 1.000 χιλιόμετρα θα καταναλώσει περί τα 300 λίτρα πετρελαίου και μόλις 0,75 του λίτρου λάδι.

Σχέση Συντήρησης κινητήρα και απώλειας λαδιού

Όπως ίσως γνωρίζετε, η κατανάλωση του λαδιού συνδέεται τόσο με την τεχνολογία του κινητήρα, όσο και με την κατάστασή του, αν δηλαδή είναι σωστά συντηρημένος ή είναι γηρασμένος και παλαιότερης τεχνολογίας. Το ίδιο ισχύει επίσης για την κατάσταση λειτουργίας του υπερσυμπιεστή, ακόμη και της αντλίας ψεκασμού.

Γενικά, όταν έχουμε βλάβες στον κινητήρα και τα εξαρτήματά του, ή δεν τον συντηρούμε σωστά και τακτικά, τότε θα πρέπει να μιλάμε για απώλεια ή «κάψιμο» λαδιών. Απώλειες λαδιού έχουμε κυρίως από τις φθαρμένες τσιμούχες βαλβίδων που στεγανοποιούν το στέλεχος με τον οδηγό της βαλβίδας.

Αν εξαιτίας φθορών προκληθεί «μπόσικο», δηλαδή κάποια ανοχή μεταξύ βαλβίδας και οδηγού βαλβίδας, το λάδι του κινητήρα φτάνει στη διαδρομή της εισαγωγής ή των καυσαερίων με αποτέλεσμα να καίγεται ή να διαφεύγει στο περιβάλλον μαζί με τα καυσαέρια. Για τον παραπάνω λόγο, πρέπει στο συνεργείο, όταν οι μηχανικοί το κρίνουν απαραίτητο, να αντικαθίστανται οι τσιμούχες των στελεχών των βαλβίδων.

Απώλεια λαδιού παρατηρείται επίσης εξαιτίας φθαρμένης αντλίας ψεκασμού για τα παλαιότερα φορτηγά που δεν έχουν σύστημα ψεκασμού Common Rail. Στα παλαιότερα μοντέλα, η λίπανση της αντλίας ψεκασμού γίνεται συνήθως μέσω του κυκλώματος του λαδιού του κινητήρα.

Αν η αντλία παρουσιάζει φθορές, τότε, λόγω της κίνησης των εμβόλων της αντλίας είναι πιθανόν να περάσει λάδι κινητήρα και να αναμιχθεί με το πετρέλαιο και να ψεκαστεί μαζί του μέσα στο θάλαμο καύσης και να καεί. Μια άλλη αιτία απώλειας λαδιού είναι να ανεβάσουμε τη στάθμη του ρίχνοντας μεγαλύτερη ποσότητα λιπαντικού.

Στην περίπτωση αυτή, προκαλούμε υπερφόρτωση και το λάδι του κινητήρα μπορεί να αναμιχθεί με τα αέρια της καύσης, τα οποία υπό μεγάλη πίεση περνούν από τα έμβολα με κατεύθυνση το στροφαλοφόρο. Φτάνοντας στη φάση της εισαγωγής, το λάδι αναρροφάται από τον κινητήρα και καίγεται.

Απώλεια λαδιού, μπορεί επίσης να έχουμε και από άλλες αιτίες όπως ή χρήση ακατάλληλων λαδιών κινητήρα, δηλαδή εκτός των προδιαγραφών του κατασκευαστή, εξαιτίας μη συντηρημένου κινητήρα και της μη αντικατάστασης των λαδιών στα προβλεπόμενα διαστήματα και της μη έγκαιρης αντικατάστασης του φίλτρου λαδιού.

Πριν κλείσουμε για το τεύχος αυτό, θα απαντήσουμε πολύ σύντομα και κατανοητά στις παρακάτω πέντε συνηθισμένες ερωτήσεις μεταξύ αυτοκινητιστών:

Είναι δυνατή η ανάμιξη διαφορετικών λιπαντικών; Δεν απαγορεύεται η ανάμιξη λιπαντικών διαφόρων τύπων, δηλαδή ορυκτελαίων, ημισυνθετικών ή συνθετικών λιπαντικών στον κινητήρα. Ωστόσο πρέπει να βεβαιώνεστε ότι διαθέτουν το σωστό βαθμό ιξώδους και τις προδιαγραφές απόδοσης που συνιστά ο κατασκευαστής του οχήματός σας όπως αναγράφονται στο εγχειρίδιο που το συνοδεύει.

 Ποια είναι η διαφορά μεταξύ των συνθετικών λιπαντικών και των ορυκτελαίων; Τα συνθετικά λιπαντικά αποτελούνται από μόρια που έχουν τροποποιηθεί με περίπλοκες χημικές διεργασίες. Βελτιώνεται έτσι η απόδοση κάτω από εξαιρετικά ακραίες συνθήκες θερμοκρασίας, πίεσης και φορτίων. Τα ορυκτέλαια συντίθεται από μόρια που προέρχονται από αργό πετρέλαιο με κατάλληλο διαχωρισμό στο διυλιστήριο.

 Το λιπαντικό μου μαυρίζει μέσα μερικές μόνον ημέρες από την αλλαγή. Είναι φυσιολογικό αυτό; Ναι. Αν το λιπαντικό δεν αλλάξει χρώμα τότε δεν κάνει σωστά τη δουλειά του. Τα καλά λιπαντικά περιέχουν απορρυπαντικά πρόσθετα που καθαρίζουν τον κινητήρα και αυτός είναι ο λόγος που μαυρίζουν. Στην αλλαγή λιπαντικών απομακρύνονται και οι ρύποι που έχουν συσσωρευτεί στο λιπαντικό. Αν το λιπαντικό δεν είναι σκούρο αυτό ίσως σημαίνει ότι δεν υπάρχουν απορρυπαντικά πρόσθετα και άρα η αιθάλη και οι επικαθίσεις παραμένουν πάνω στα μέρη του κινητήρα.

Τι σημαίνουν οι αριθμοί όπως π.χ. 5W-40; Ο αριθμός αυτός σημαίνει ότι πρόκειται για πολύτυπο λιπαντικό δηλαδή έχει τη δυνατότητα να διατηρεί την απόδοσή του τόσο σε υψηλές όσο και σε χαμηλές θερμοκρασίες. Ο πρώτος αριθμός [που ακολουθείται από το γράμμα ‘W’ (winter- χειμώνας)] δείχνει το ιξώδες του λιπαντικού στις χαμηλές θερμοκρασίες. Ο δεύτερος αριθμός, που είναι μεγαλύτερος, αντιστοιχεί στο ιξώδες του λιπαντικού σε υψηλότερες θερμοκρασίες. Τα πολύτυπα λιπαντικά παρουσιάζουν ελάχιστες διαφορές στο ιξώδες κατά τις διακυμάνσεις της θερμοκρασίας. Ένα λιπαντικό καλής ποιότητας διατηρεί σταθερό το ιξώδες του για περισσότερο χρόνο υπό διαφορετικές θερμοκρασίες και συνθήκες.

 Όσο πιο παχύρευστο το λιπαντικό τόσο καλύτερα; Το ιξώδες του λιπαντικού έχει επιλεχθεί ώστε να είναι κατάλληλο για το συγκεκριμένο κινητήρα. Ένα λιπαντικό που είναι υπερβολικά λεπτόρευστο ενδέχεται να μην παρέχει επαρκή προστασία και έτσι να προκαλούνται περισσότερες φθορές και να εξαντλείται γρηγορότερα. Αν το λιπαντικό είναι υπερβολικά παχύρευστο ενδέχεται να μειωθεί η ισχύς του κινητήρα, να προκληθεί υπερθέρμανση και αυξημένη κατανάλωση καυσίμου.