Σύμφωνα με το άρθρο 38, παράγραφος 1 της σύμβασης TIR «Κάθε συμβαλλόμενο μέρος έχει το δικαίωμα να αποκλείει προσωρινά ή οριστικά, από το ευεργέτημα των διατάξεων της σύμβασης, κάθε πρόσωπο υπαίτιο σοβαρής παράβασης των νόμων και τελωνειακών κανονισμών που εφαρμόζονται στις διεθνείς μεταφορές εμπορευμάτων».

Η παραπάνω διατύπωση είχε σε αρκετές περιπτώσεις προκαλέσει σοβαρές προστριβές μεταξύ διεθνομεταφορέων και κρατικών αρχών ως προς το ποιος είναι αυτός που κρίνει, αν η παράβαση είναι λιγότερο ή περισσότερο σοβαρή, που θα οδηγούσε σε προσωρινό ή οριστικό αποκλεισμό του μεταφορέα από τη νομοθεσία TIR.

Ήρθε, λοιπόν, τώρα ο νομοθέτης να ορίσει ότι οι αρχές του κράτους εντός του οποίου σημειώνεται η παράβαση είναι οι αρμόδιες να κρίνουν τη σοβαρότητα της παράβασης και ότι μια παράβαση επαναλαμβανόμενη θα μπορούσε να κριθεί ως σοβαρή.

Συγκεκριμένα, η πρόσφατη τροποποίηση του παραπάνω άρθρου που τέθηκε σε ισχύ, ορίζει ότι: «Κάθε συμβαλλόμενο μέρος έχει το δικαίωμα να αποκλείει προσωρινά ή οριστικά, από το ευεργέτημα των διατάξεων της παρούσας σύμβασης, κάθε πρόσωπο υπαίτιο σοβαρής ή επανειλημμένης παράβασης των τελωνειακών νόμων ή κανονισμών που εφαρμόζονται στις διεθνείς μεταφορές εμπορευμάτων. Οι όροι υπό τους οποίους η παράβαση των τελωνειακών νόμων ή κανοισμών θεωρείται σοβαρή, αποφασίζονται από το συμβαλλόμενο μέρος».

Να σημειώσουμε, τέλος, ότι οι παραβάσεις έχουν να κάνουν με την τελωνειακή νομοθεσία των κρατών, η οποία διφοροποιείται σημαντικά, αν το κράτος είναι μέλος ή όχι της Ε.Ε.