Μακρά ήταν η δικαστική πορεία μιας υπόθεσης διεκδίκησης υπερωριών από οδηγό που ξεκίνησε από Μονομελές Πρωτοδικείο, συνεχίστηκε στο Μονομελές Εφετείο για να φτάσει τελικά στον Άρειο Πάγο, με αποτέλεσμα την οριστική δικαίωση του οδηγού που έλαβε την αποζημίωση, η οποία αφορούσε χρόνους αναμονής κατά τη φόρτωση. Τις ώρες αυτές δεν τις προσμετρούσε ο εργοδότης στην κανονική συμφωνηθείσα εργασία, με συνέπεια αυτές να προσμετρηθούν ως υπερωρίες και να καταβληθούν από τον εργοδότη ως υπερωρίες κατά τα προβλεπόμενα από την εργατική νομοθεσία.

Για την ενημέρωση των αναγνωστών μας, δημοσιεύουμε το σκεπτικό της απόφασης των δικαστών που παρουσιάζει ξεχωριστό ενδιαφέρον, καθώς βέβαια, και το «δια ταύτα». Ακολουθεί το σχετικό απόσπασμα της κρίσης των δικαστών:

«Ο ενάγων (οδηγός) μπορεί, βέβαια, να μην συμμετείχε στη διαδικασία φόρτωσης και εκφόρτωσης των οδηγούμενων από αυτόν ψυγείων φορτηγών αυτοκινήτων, καθόσον οι αντίστοιχες εργασίες εκτελούνταν από άλλους εργαζόμενους της εναγομένης (μεταφορικής) και δη αποθηκάριους και εργατοτεχνίτες, ωστόσο, στον χρόνο της πραγματικής του απασχόλησης πρέπει να υπολογιστούν και οι παραπάνω χρόνοι που κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής απαιτούνταν για τη φόρτωση και εκφόρτωση των οδηγούμενων από αυτόν ψυγείων φορτηγών αυτοκινήτων, οι οποίοι συνιστούν χρόνους αμειβόμενης εργασίας και όχι απλής ετοιμότητας προς εργασία, διότι αυτός και κατά τους προαναφερόμενους χρόνους όφειλε υποχρεωτικά να βρίσκεται στους αντίστοιχους τόπους διατηρώντας τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις σε ένταση για να προσφέρει τις υπηρεσίες του για την περίπτωση που ήθελε παραστεί ανάγκη, καθόσον δεν είχε τη δυνατότητα να αναπαύεται ή να χρησιμοποιεί την εργασιακή του δύναμη διαφορετικά, ευρισκόμενος κατά τη διάρκεια της αναμονής σε γνήσια ετοιμότητα εργασίας, διότι εκτός από τη δέσμευση της ελευθερίας του (ευρισκομένου εντός ή πλησίον των οδηγούμενων οχημάτων, χωρίς να έχει τη δυνατότητα να απομακρυνθεί) υπήρχε και εγρήγορση των δυνάμεών του, πολύ περισσότερο αφού φόρτωση και εκφόρτωση χωρίς τη συμμετοχή του, δεν νοούνταν, επειδή θα έπρεπε να διενεργήσει ο ίδιος, όταν του ζητούνταν, τις απαραίτητες μετακινήσεις του οχήματος που οδηγούσε.

Ήταν διάφορο, δηλαδή, εν προκειμένω, το εάν φόρτωναν οι αποθηκάριοι και αυτός απλώς ήταν παρών ή εάν συμμετείχε και αυτός στη φόρτωση, συνακόλουθα, οι αντίστοιχες ώρες θα πρέπει να συνυπολογιστούν στο ημερήσιο ωράριό του, κατά την κρίση και του παρόντος Δικαστηρίου, ως προαναφέρθηκε, κατά συνέπεια, και ο προκείμενος λόγος έφεσης θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές, έκρινε (το πρώτο δικαστήριο) ότι ο οδηγός, ενόψει του ως άνω ωραρίου του και του καταβαλλόμενου εκάστοτε μηνιαίου μισθού του, δικαιούται για την πέραν του ωραρίου του παρασχεθείσα εργασία, κατά το ως άνω επίδικο χρονικό διάστημα, και ειδικότερα για απλή επιπλέον εργασία, υπερεργασία, κατ' εξαίρεση υπερωρία το ποσό των 16.076,16 ευρώ που του επιδίκασε» (το πρώτο δικαστήριο).

Υπολογισμός Υπερωριών

Εξάλλου, για την ορθότητα του χρόνου των υπερωριών και του ύψους των χρημάτων που απαιτούσε ο οδηγός, στο σκεπτικό των δικαστών περιλαμβάνεται μια σειρά διαφορετικών νόμων για το ύψος των υπερωριών, ενώ για τον χρόνο αυτών υπερίσχυσε ο Ευρωπαϊκός κανονισμός 561/2006. Ακολουθεί αυτούσιο το κείμενο της νομολογίας:

«Η υπερωριακή εργασία που παρέχεται αμείβεται με αποζημίωση βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού και με προσαύξηση 100% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου. Ειδικώς για τους εργαζόμενους με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας απασχόληση πέραν των 40 ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση 45 ωρών εβδομαδιαίως, ενώ για τους εργαζομένους με το σύστημα των έξι ημερών την εβδομάδα ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας απασχόληση πέραν των 40 ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση των 48 ωρών εβδομαδιαίως.

Για τους ίδιους εργαζόμενους και ανάλογα με το σύστημα των πέντε ή έξι ημερών εβδομαδιαίας εργασίας, ως υπερωριακή θεωρείται η απασχόληση πέραν των 9 ή 8, αντίστοιχα, ωρών ημερησίως (ΑΠ 1561/2011). Από 1/4/2000, μετά το Ν. 2874/2000 η υπερεργασία καταργείται και η απασχόληση πέραν των 40 ωρών και μέχρι 43 εβδομαδιαίως θεωρείται ως ιδιόρρυθμη υπερωρία, νόμιμη και επιτρεπτή, η οποία αμείβεται με το επιβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50 % (παρ. 2 και 4 του άρθρου 4). Υπερωρία συνιστά η απασχόληση πέραν των 43 ωρών εβδομαδιαίως, καθώς και η απασχόληση πέραν των 9 ωρών ημερησίως για τους μισθωτούς με πενθήμερο. Αν η υπερωρία είναι παράνομη, για κάθε ώρα τέτοιας απασχόλησης, ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το 250% του καταβαλλόμενου ωρομίσθιου (δηλαδή προσαύξηση 150% του ωρομίσθιου) σύμφωνα με την παρ. 5 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 1548/2011, Α.Π. 313/2010, Α.Π. 101/2008). Κατά το άρθρο 1 του Ν. 3385/2005, "σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επιπλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία).

Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η, 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχόλησης. Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα η σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο υπερεργασία ανέρχεται σε οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα (από 41η έως 48η ώρα)."

"Η πέραν των σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα απασχόληση του μισθωτού θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης. Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα, υπερωριακή απασχόληση θεωρείται η εργασία πέραν των σαράντα οκτώ (48) ωρών την εβδομάδα. Σε κάθε περίπτωση διατηρούνται σε ισχύ οι ρυθμίσεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο εργασίας"..

Με τον Κανονισμό 561/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαρτίου 2006, που εφαρμόζεται από 11 Απριλίου 2007, μεταξύ άλλων, και στις οδικές μεταφορές εμπορευμάτων που γίνονται αποκλειστικά εντός της Κοινότητας, όταν το μέγιστο επιτρεπόμενο βάρος των οχημάτων, συμπεριλαμβανομένου οποιουδήποτε ρυμουλκούμενου ή ημιρυμουλκούμενου, υπερβαίνει τους 3,5 τόνους, θεσπίσθηκαν κανόνες που διέπουν το χρόνο οδήγησης, τα διαλείμματα και τις περιόδους ανάπαυσης.

Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κανονισμού ο ημερήσιος χρόνος οδήγησης δεν πρέπει να υπερβαίνει τις 9 ώρες, μπορεί όμως να παρατείνεται σε 10 ώρες κατά ανώτατο όριο, όχι περισσότερες από δύο φορές στη διάρκεια της εβδομάδας, ο δε εβδομαδιαίος χρόνος οδήγησης δεν υπερβαίνει τις 56 ώρες και δεν έχει ως αποτέλεσμα την υπέρβαση του μέγιστου εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας, όπως καθορίζεται στην οδηγία 2002/15/ΕΚ. Κατά την παράγραφο 5 του προοιμίου "τα μέτρα που προβλέπονται στον Κανονισμό αυτό για τις συνθήκες εργασίας δεν θα πρέπει να θίγουν το δικαίωμα εργοδοτών και εργαζομένων που θεσπίζουν, με συλλογικές διαπραγματεύσεις ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, διατάξεις ευνοϊκότερες για τους εργαζόμενους".

Απ’ όλα τα ανωτέρω συνάγεται περαιτέρω ότι ο οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου ανεξαρτήτως κατηγορίας αυτού εργάζεται υπερωριακά, όταν ο συνολικός χρόνος ημερήσιας απασχόλησης, υπερβαίνει κάθε εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας (εκτός Κυριακής και Σαββάτου) τις εννέα (9) ώρες και κάθε άλλη ημέρα της εβδομάδας (Σάββατο ή Κυριακή) τις οκτώ (8) ώρες≫.