Επικοινωνία με διασωθέντες

Από την πρώτη στιγμή της πυρκαγιάς, την Κυριακή το πρωί, ο συντάκτης μας Παύλος Μαυρομύτης επικοινώνησε με μεταφορείς που βρέθηκαν στο καράβι έχοντας πλήρη εικόνα για ό,τι συνέβαινε μέσα σε αυτό. Με το τέλος της περιπέτειας συνομίλησε με διεθνομεταφορείς, οι οποίοι μας δίνουν τη δική τους συγκλονιστική μαρτυρία, λέγοντας μας τι συνέβη το διήμερο όπου το καράβι ήταν μια κινητή βόμβα στα ανοιχτά της Αδριατικής.

Σπύρος Παναγιωτίδης:

«Στο καράβι επιβιβάστηκα από το λιμάνι της Ηγουμενίτσας με επικαθήμενο ψυγείο με προορισμό αγορές της Ευρώπης. Κάθισα για λίγη ώρα με συναδέλφους στην τραπεζαρία και μετά πήγα για ύπνο. Μερικοί συνάδελφοι οδηγοί προτίμησαν πράγματι να κοιμηθούν στις καμπίνες των φορτηγών τους, στο επάνω γκαράζ που αερίζεται, για να μην συνωστιζόμαστε σε αυτές του καραβιού, οι οποίες είναι μικρών διαστάσεων.

Στις 4:30 τα ξημερώματα την ώρα δηλαδή που όλοι μας κοιμόμασταν βαριά, από την κούραση της ημέρας, μύρισα έντονους καπνούς από το διάδρομο οι οποίοι έμπαιναν στην καμπίνα. Ανοίγοντας την πόρτα, αντίκρυσα τον κίνδυνο, ξύπνησα τους ανθρώπους που μοιραζόμουν την καμπίνα και ενστικτωδώς φύγαμε για να βγούμε έξω από το φλεγόμενο εσωτερικό του καραβιού.

Στις 5:20 περίπου αφού συνειδητοποίησα την κρισιμότητα της κατάστασης και ότι είναι δύσκολα, τηλεφώνησα στον γιο μου Στέλιο, επίσης διεθνομεταφορέα, και του είπα τι συμβαίνει. Αυτός επικοινώνησε με το λιμεναρχείο της Ηγουμενίτσας να τους ενημερώσει για το συμβάν και εκεί είχαν πλήρη άγνοια. Τελικά στις 5:45 όταν ξανακάλεσε στο λιμεναρχείο και ενώ ήταν καθοδόν για εκεί, τον ενημέρωσαν ότι πράγματι είχε πιάσει φωτιά το καράβι.

Γενικά τις πρώτες ώρες κυριάρχησε ο πανικός, ενώ επικρατούσαν πολύ κακές συνθήκες, με κρύο, ομίχλη και έντονη βροχή. Δυστυχώς ορισμένοι θεώρησαν καλύτερη λύση να πηδήξουν από το καράβι για να σωθούν στη θάλασσα, αλλά αυτή η κίνηση ήταν η χειρότερη καθώς τους σκέπασαν τα πελώρια κύματα. Το ιταλικό πλήρωμα του καραβιού ήταν απαράδεκτο και από αυτούς έμεινε μόνο ο καπετάνιος, ενώ ο Α΄μηχανικός έφυγε πρώτος, σε αντίθεση βέβαια με τους Έλληνες οι οποίοι μας βοήθησαν και μας ενθάρρυναν.

Την Κυριακή το πρωί κατέφθασαν τρία ιταλικά ελικόπτερα και δυο πολεμικά τους καράβια για να ξεκινήσουν τη διάσωση από το φλεγόμενο καράβι. Τα ιταλικά ελικόπτερα έπαιρναν ελάχιστους επιβάτες ενώ όταν κατέφθασε το πρώτο ελληνικό Super Puma στις 14:00 και πήρε 12 επιβάτες και τη δεύτερη φορά 15, τότε πήραμε κουράγιο και καταλάβαμε ότι θα σωθούμε. Δυστυχώς τα ελληνικά ελικόπτερα έκαναν λίγες πτήσεις, ενώ αν έκαναν περισσότερες είμαι βέβαιος ότι θα είχαμε σωθεί όλοι μας από την πρώτη μέρα. Την Κυριακή το μεσημέρι προσπάθησα κάποια στιγμή να κατέβω προς το γκαράζ, να δω το φορτηγό και να σώσω τα χαρτιά μου μέσα από αυτό, (δίπλωμα, κάρτα ταχογράφου, ταυτότητα, διαβατήριο), ωστόσο είχαν ήδη καεί όλα.

Τη Δευτέρα το πρωί που η φωτιά στα γκαράζ είχε φουντώσει για τα καλά, οι καιρικές συνθήκες ήταν κακές και δεν μας είχαν ρίξει ούτε ένα μπουκαλάκι νερό, τότε αρχίσαμε να απελπιζόμαστε. Εγώ έκλεινα το κινητό μου για να κρατάω μπαταρία και το άνοιγα όταν ήθελα να πάρω κουράγιο από την οικογένειά μου η οποία με ενθάρρυνε και με στήριζε από την πρώτη στιγμή. Κάποια στιγμή έδωσα το μπουφάν μου σε ένα συνάδελφο, τον Πέτρο για να ζεσταθεί και επειδή άρχισα να κρυώνω και εγώ μου έδωσε ο λοστρόμος του καραβιού ο Παναγιώτης, ένα βρεγμένο πουκάμισο για να το ρίξω επάνω μου.

Ευτυχώς τη Δευτέρα το απόγευμα κατόρθωσαν και μας πήραν από το καράβι και κατόπιν μας πέρασαν στην Ιταλία. Ήταν και παραμένει η πιο τραυματική εμπειρία της ζωής μου και σας λέω ότι πριν κοιμηθώ παίρνω χάπια για να ξεχνάω αυτό τον εφιάλτη. Εύχομαι να είμαστε οι τελευταίοι που πάθαμε κάτι τέτοιο και να μην ξανασυμβεί σε κανέναν άνθρωπο κάτι αντίστοιχο».

Αντώνης Θεοδωρίδης:

«Στο καράβι μπήκα από τους πρώτους στο λιμάνι της Πάτρας και πάρκαρα το φορτηγό στο επάνω γκαράζ το οποίο είχε γεμίσει από εκεί. Η κατεύθυνσή μου ήταν το λιμάνι της Ανκόνας με προορισμό τη Δυτική Ευρώπη. Στην καμπίνα με έβαλαν μόνο μου γιατί τους ζήτησα μέχρι Ηγουμενίτσα αν μπορούν να μην στείλουν κάποιο άλλο άτομο για να ξεκουραστώ και από εκεί δεν είχα πρόβλημα ας μου έστελναν όσα άτομα ήθελαν. Πράγματι μέχρι την Ηγουμενίτσα δεν ήρθε κάποιο άλλο άτομο στην καμπίνα και τελικά με άφησαν και από εκεί και πάνω μόνο μου, άγνωστο γιατί. Στο λιμάνι της Ηγουμενίτσας κατέβηκα στο αμάξι για να τσεκάρω το ψυκτικό μηχάνημα του θαλάμου αν έχει τη σωστή θερμοκρασία. Κατόπιν ανέβηκα στο bar όπου συναντήθηκα με έναν αγαπητό δικό μου φίλο αλλά και του πατέρα μου, τον Γεράσιμο Καζαντζίδη, τον οποίο δυστυχώς χάσαμε στο θλιβερό αυτό συμβάν. Μέχρι τις 2:30 τα ξημερώματα καθήσαμε εκεί και περάσαμε όμορφα κουβεντιάζοντας. Από εκείνη την ώρα χωρίσαμε και ανέβηκα στην καμπίνα για ύπνο. Κάποια στιγμή κατά τις 5 τα ξημερώματα άκουσα φωνές και κραυγές, αλλά επειδή ήμουν από βαρύ ύπνο δεν μπορούσα να καταλάβω τι συμβαίνει. Πάτησα το φως της καμπίνας και δεν άναψε και σηκώθηκα να ανοίξω την πόρτα της τουαλέτας μήπως είχε εκεί φως, αλλά δεν άνοιγε η πόρτα. Κατάλαβα ότι κάτι συμβαίνει και άνοιξα την πόρτα της καμπίνας και αμέσως καπνοί με έπνιξαν προερχόμενοι από το διάδρομο. Στο ένα κρεβάτι είχα τον προσωπικό μου σάκο, το κινητό και το μπουφάν τα οποία άρπαξα αμέσως και βγήκα έξω από την καμπίνα. Επικρατούσε το απόλυτο σκοτάδι στους διαδρόμους και μηχανικά μπορώ να πω ότι βρήκα την έξοδο. Όπως κατευθυνόμουν προς τα έξω χτυπούσα τις πόρτες στις υπόλοιπες καμπίνες για να ξυπνήσουν οι άνθρωποι.

Στην έξω πλευρά του καραβιού επικρατούσαν μόνο καπνοί και το απόλυτο σκοτάδι. Στις 6:15 μπήκα στη βάρκα με άλλα πέντε άτομα για να κινήσουμε τη διαδικασία ώστε να πέσει στη θάλασσα και να σωθεί κόσμος. Μετά από λίγο επιβιβάστηκαν αλλά 37 άτομα και παρ' όλο που έπρεπε να μπουν άλλοι τόσοι κάποια στιγμή άρχισε να πέφτει με ταχύτητα προς τη θάλασσα. Φρέναρε απότομα 2-3 φορές και το τράνταγμα ήταν ιδιαίτερα έντονο και χτυπήσαμε εμείς στο εσωτερικό της. Όταν τελικά η βάρκα έπεσε στη θάλασσα, έπνεαν δέκα μποφόρ και την πήγαιναν τα κύματα όπου ήθελαν. Στην αρχή η μηχανή δεν λειτουργούσε αλλά μετά από λίγο με τις ενέργειες ενός Ιταλού, από το πλήρωμα του καραβιού, ξεκίνησε και έτσι μπόρεσε να την κατευθύνει ο ίδιος. Στις 7 παρά είχε έρθει κοντά μας το εμπορικό πλοιο Spirit of Piraeus το οποίο έπρεπε να προσεγγίσουμε για να επιβιβαστούμε σε αυτό. Οι άνεμοι εντάσεως όπως σας είπα 10 μποφόρ, έριχναν με δύναμη τη βάρκα επάνω στο καράβι. Οι ναυτικοί μάς έριξαν σκοινιά για να δέσουμε τη βάρκα και με μια ανεμόσκαλα έπρεπε να ανέβουμε στο καράβι. Ήταν πολύ δύσκολο κάτι τέτοιο γιατί φυσούσε δυνατός αέρας και η σκάλα ήταν βρεγμένη. Όλοι μας καταφέραμε να ανέβουμε στο καράβι, εκτός από μια νεαρή κοπέλα η οποία γλίστρησε και έπεσε στη φουρτουνιασμένη θάλασσα, όπως επίσης και ένας χριστιανός καλόγερος, Γεωργιανός ή Αρμένιος στην καταγωγή. Αυτός όσοι ώρα βρισκόμασταν μέσα στη βάρκα και παλεύαμε με τα κύματα, προσευχόταν και μας έδινε κουράγιο λέγοντάς μας ότι θα τα καταφέρουμε. Δυστυχώς ο ίδιος χάθηκε. Επάνω στο καράβι μάς φέρθηκαν άψογα οι ναυτικοί και όλο το προσωπικό δείχνοντας σε εμάς το ενδιαφέρον τους με ρούχα, κουβέρτες και ζεστά φαγητά. Για αρκετές ώρες καθίσαμε στο σημείο απέναντι από το Norman Atlantik να βοηθήσουμε τους ανθρώπους που ήταν επάνω σε αυτό και στις 3 τα ξημερώματα της Δευτέρας ξεκινήσαμε για Μπρίντεζι και από εκεί για Μπάρι όπου φθάσαμε στις 9 το πρωί.

Δυστυχώς για όλους μας ήταν μια κακή εμπειρία, με αίσιο τέλος για εμάς αλλά λυπηρό για αγαπημένους μας συναδέλφους με τους οποίους μοιραζόμασταν όλα αυτά τα χρόνια το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας στους δρόμους, στα λιμάνια και στις καμπίνες των βαποριών».

Γιάννης Πατακιάς:

«Στις 26 Δεκεμβρίου ξεκίνησα τα ξεφορτώματα του αυτοκινήτου στην Αθήνα και στις 27 κατευθύνθηκα σε φίρμα στην Πελοπόννησο να φορτώσω και από εκεί έφτασα στο λιμάνι της Πάτρας όπου επιβιβάστηκα στο καράβι το μεσημέρι στις 28, με τελικό προορισμό την Ολλανδία. Το φορτηγό το πάρκαρα στο μεσαίο γκαράζ, ενώ το καράβι είχε ένα ακόμη από πάνω και το κατώμπαρο, όπου και εκεί είχαν παρκάρει κάποια φορτηγά. Στην καμπίνα με έβαλαν με ένα ακόμη άτομο και άλλα δυο ήρθαν στο λιμάνι της Ηγουμενίτσας. Ήμουν αρκετά κουρασμένος από το τρέξιμο των προηγούμενων ημερών και κοιμήθηκα αμέσως μόλις αναχωρήσαμε από το λιμάνι της Πάτρας. Στις 3:20 τα ξημερώματα σηκώθηκα να αγοράσω ένα μπουκάλι νερό γιατί είχα ξεχάσει να πάρω μαζί μου και κάθισα για λίγο στο bar να πιω έναν καφέ και βγήκα έξω να καπνίσω ένα τσιγάρο. Ξαφνικά ακούστηκε ένας δυνατός ήχος και στην αρχή νόμιζα πως μας χτύπησε το κύμα. Μετά από λίγο άκουσα δυο επίσης δυνατούς θορύβους και εκεί συνειδητοποίησα ότι κάτι συμβαίνει και πως πρόκειται για σκάσιμο ελαστικών από τα φορτηγά. Έτρεξα αμέσως στο bar και είπα στα άτομα που ήταν εκεί ότι κάτι συμβαίνει και πως πρέπει να πιάσαμε φωτιά και στην αρχή δεν με πίστεψαν, γιατί δεν το είχαν καταλάβει. Όταν όμως άρχισε να μπαίνει καπνός στο καράβι από τους αεραγωγούς η πρώτη κίνηση που έκανα ήταν να τρέξω στις καμπίνες των επιβατών και να αρχίσω να χτυπάω τις πόρτες να ξυπνήσουν. Το μόνο που άκουσα από τα ηχεία κάποια στιγμή ήταν ''άσκηση πυρκαγιάς'' και έκτοτε τίποτε άλλο. Βγήκα έξω και πήγα σε μια ντουλάπα όπου βρίσκονταν τα σωσίβια και με ένα τσεκούρι που υπήρχε εκεί την έσπασα και άρχισα να τα βγάζω και να τα μοιράζω στον κόσμο. Επικράτησε πανικός και λογικό ήταν βέβαια καθώς από τη μια φούντωνε η φωτιά και από την άλλη οι καιρικές συνθήκες ήταν άσχημες, με κρύο, χαλάζι και πολλά μποφόρ. Μπορώ να πω ότι όλα ήταν εναντίον μας, γιατί αν οι συνθήκες ήταν διαφορετικές θα μπορούσαμε να αντιδράσουμε πιο ψύχραιμα. Εκείνη τη στιγμή ή θα καιγόμασταν ή θα πνιγόμασταν. Γύρω στις 5:30- 6 παρά το πρωί της Κυριακής έπεσε η πρώτη βάρκα στη θάλασσα, με 70 άτομα περίπου, έριξαν και κάποια βαρελάκια με λιγότερα άτομα και λίγο αργότερα έπεσε και η δεύτερη βάρκα. Κατά τις 6:15 έπεσε το ρεύμα σε όλο το καράβι με αποτέλεσμα να είναι πλέον ακυβέρνητο και να το οδηγούν όπου θέλουν. Τηλεφώνησα στη σύζυγό μου και της είπα να μου φιλήσει τα παιδιά και πως τους αγαπάω όλους, γιατί ίσως να ήταν η τελευταία φορά που επικοινωνούσα μαζί τους. Έπειτα έκλεισα το τηλέφωνο για να έχω μπαταρία και να τους καλέσω σε κάποια στιγμή που θα ήθελα να τους μιλήσω.

Η βοήθεια ήρθε νωρίς αλλά δεν μπορούσαν να αναπτύξουν σχέδιο διάσωσης γιατί επικρατούσαν πολύ κακές καιρικές συνθήκες. Από το καράβι των Μινωϊκών που ήρθε από την πρώτη στιγμή κοντά μας (Cruise Europa) κατέβασαν μια βάρκα με άτομα μέσα για να έρθει να παραλάβει κάποιους από εμάς. Δυστυχώς κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο εξαιτίας των τεράστιων κυμάτων και έτσι δεν μπορούσε να μας πλησιάσει. Γύρω από το καράβι είχε δημιουργηθεί μια ασπίδα θα μπορούσα να πω από καράβια ενώ παράλληλα ξεκίνησαν τα ιταλικά ελικόπτερα να παραλαμβάνουν άτομα, αλλά λίγα. Όταν κατέφθασαν τα ελληνικά super puma άρχισε να γίνεται η διακομιδή με γρηγορότερους ρυθμούς γιατί έπαιρναν πολλά περισσότερα άτομα.

Όσο συνεχιζόταν η επιχείρηση σωτηρίας μας, η ώρα περνούσε και είχαμε καταλάβει ότι πολλά άτομα δεν θα μπορούσαμε να φύγουμε την Κυριακή και υποχρεωτικά θα μέναμε το βράδυ επάνω στο καράβι να παλεύουμε με τους καπνούς και τις κακές καιρικές συνθήκες. Το πρόβλημά μας το μεγάλο όμως ήταν ότι το βράδυ κινδυνεύαμε να πνιγούμε από τους καπνούς οι οποίοι ερχόταν στο σημείο που καθόμασταν. Αποφάσισα λοιπόν να κάνω κάτι παράτολμο γιατί έπρεπε να σωθούμε. Έπρεπε να ρίξουμε κάβους στα ρυμουλκά για να πιάσουν το καράβι και να το οδηγούν αυτά, γυρνώντας έτσι τον καπνό και τον αέρα προς τα πίσω μας. Τότε ο καπετάν-Παύλος από το καράβι μού είπε ότι είναι επικίνδυνο αυτό που πρόκειται να κάνω και θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι του απάντησα, έτσι και αλλιώς πεθαμένοι είμαστε οπότε ας κάνουμε την τελευταία μας προσπάθεια.

Δέσαμε ένα σκοινί σε μια κολόνα, δέθηκα και εγώ από αυτό και άρχισα να κατεβαίνω από την πλώρη στο εμπρός μέρος του καραβιού, στα βίντσια για να μπορέσω να δέσω τους κάβους. Μετά από καμία ώρα περίπου κατέβηκαν ακόμη πέντε άτομα και φτιάξαμε μια ομάδα η οποία είχε αναλάβει αυτή τη δουλειά. Μας έριξαν έξι κάβους από τα ρυμουλκά και κόπηκαν οι τέσσερις ενώ καταφέραμε να δέσουμε μόνο τους δυο. Ο αέρας ήταν πολύ δυνατός και υπήρχε κίνδυνος να κοπούν οι κάβοι και να μας σκοτώσουν αν μας χτύπαγαν. Ήταν μεγάλη επιτυχία που καταφέραμε να δέσουμε το καράβι από το ρυμουλκό γιατί ξέραμε πλέον ότι δεν υπήρχε περίπτωση να βουλιάξουμε και το κυριότερο δεν ήταν ακυβέρνητο. Μέχρι τις 5:30 το πρωί καθόμασταν σε εκείνο το σημείο, βρεγμένοι, μούσκεμα μέχρι το κόκαλο και πλέον με το φόβο της υποθερμίας. Είδα δυο πόρτες τις οποίες προσπάθησα να ανοίξω για να μπούμε μέσα να ζεσταθούμε και τελικά κατάφερα να ανοίξω μόνο τη μια με πολλές και δυνατές κλωτσιές. Μπήκαμε μέσα και σκύψαμε χαμηλά για να μην εισπνέουμε τους καπνούς και ήρθαμε κοντά ο ένας με τον άλλον για να μην κρυώνουμε. Παράλληλα μιλούσα με τη γέφυρα με τον καπετάν-Παύλο μέσω ενός vhf ασυρμάτου που μου είχαν δώσει για να παρακολουθώ τι γίνεται στη ρυμούλκηση. Όταν ξημέρωσε πλέον είδαμε ότι όλα πήγαν καλά με τη ρυμούλκηση και πως δεν είχαμε πλέον κανένα πρόβλημα.

Το καράβι πήρε μια κλίση 8-9% εξαιτίας των νερών που έριχναν τα παραπλέοντα καράβια για να σβήσουν τη φωτιά στα γκαράζ και αυτό δεν είχε να φύγει από κάπου. Το πρωί πιάστηκα από το σκοινί να ανέβω στη γέφυρα και με ακολούθησαν άλλα τρία από τα πέντε άτομα που ήταν μαζί μου όλο το βράδυ. Τα άλλα δυο φοβήθηκαν εξαιτίας του ύψους αλλά τους είπα ή θα μείνουν εκεί και θα πεθάνουν ή θα κάνουν μια προσπάθεια, όπως και έγινε, να ανέβουν και να σωθούν. Έχω υπηρετήσει τη θητεία μου στο πολεμικό ναυτικό και ήξερα πώς πρέπει να συμπεριφερθώ σε μια δύσκολη κατάσταση, με ψυχραιμία πάνω απ' όλα για να σωθώ εγώ και να βοηθήσω και άλλους συνανθρώπους. Έπινα νερό από αυτό της βροχής που έπεφτε από τα σταλάγματα για να μην πάθω αφυδάτωση και το κυριότερο να φύγει η κάπνα από το στόμα μου. Επιβιβάστηκα στο προτελευταίο ελικόπτερο με τον καπετάνΠαύλο και μερικά ακόμη άτομα από το ελληνικό προσωπικό, ενώ στο τελευταίο πήραν τον καπετάνιο, επίσης με άτομα του πληρώματος. Μας κατέβασαν στο αντιτορπιλικό και από εκεί στη φρεγάτα San Giorgio για να ξεκινήσουμε για το Μπρίντεζι. Δεν μπορώ να πω ότι η φιλοξενία ήταν η καλύτερη γιατί οι περισσότεροι ξαπλώσαμε με στρώματα στο πάτωμα και μας έδωσαν λεπτές κουβέρτες. Ακόμη και τώρα που μιλάμε δεν με έχει κοιτάξει κανένας γιατρός να δει αν έχω πάθει κάτι, ούτε Ιταλός ούτε Έλληνας. Τελικά επέστρεψα με αεροπλάνο στη χώρα μας όπου απλά οι αστυνομικοί κατέγραφαν τα ονοματεπώνυμά μας και τίποτα περισσότερο. Πρώτα απ' όλα λυπάμαι για τους συναδέλφους μας που χάθηκαν γιατί δεν ήταν απλοί φίλοι μας, αλλά αδέρφια μας. Δεκαεπτά χρόνια στη διεθνή μεταφορά έχουμε αναπτύξει άριστες σχέσεις μεταξύ μας και η απώλειά τους μας στοίχισε.

Από δω και πέρα πιστεύω πως πρέπει να αλλάξουν ορισμένα πράγματα και να βελτιωθούν οι συνθήκες στα καράβια. Έχουμε αξιοπρέπεια και δεν πρέπει να παίζει κανένας με τις ζωές μας. Δεν γίνεται να μένουμε τέσσερα άτομα σε καμπίνες διαστάσεων δυο επί δυο, σαν να είμαστε ποντίκια. Μας κατηγορούν πολλοί ότι κουβαλάμε λαθρομετανάστες στα φορτηγά και έχω το εξής ερώτημα. Πώς γίνεται στο λιμάνι της Πάτρας να σκανάρουν το φορτηγό μας, να το ελέγχουν εξονυχιστικά οι λιμενικοί και να είμαστε καθαροί και την επόμενη ημέρα να βρίσκουμε μετανάστες στην Ανκόνα; Πιστεύω πως τα καράβια πρέπει να έχουν προσωπικό ασφαλείας και εκεί με τη σειρά τους να γίνονται αυστηροί έλεγχοι. Τώρα είμαι σε φάση που ξεκινάω από την αρχή να κάνω το δίπλωμα, την ταυτότητα, την κάρτα του ταχογράφου και γενικά ό,τι χαρτί κάηκε στην καμπίνα του φορτηγού. Δυστυχώς μέσα στην ατυχία μου έχασα και τη δουλειά γιατί το αφεντικό στο οποίο δούλευα είχε τρία αυτοκίνητα και κάηκε το δικό μου. Γενικά ήταν μια δύσκολη και ακραία κατάσταση, καθώς για δυο ημέρες περνούσε ο θάνατος από μπροστά μας...».

Αχιλλέας Μαργαριτόπουλος:

«Το Σάββατο το βράδυ ήμουν στην Ηγουμενίτσα και ανέβηκα στο καράβι με κατεύθυνση εργοστάσια της Ιταλίας και έπειτα της Γαλλίας. Στο λιμάνι είχε πολλά φορτηγά, ελληνικά, βουλγάρικα, τούρκικα και λίγα αυστριακά, ενώ υπήρχε και λίστα αναμονής για μερικά οχήματα. Η αναχώρηση έγινε με καθυστέρηση , γύρω στις 1:30-2:00 τα ξημερώματα. Εγώ ξάπλωσα κατά τις 3 και κάποια στιγμή ο συνάδελφός μου ο Αλέκος σηκώθηκε από τους καπνούς και ξύπνησε εμένα και τα άλλα δυο άτομα που μοιραζόμασταν την καμπίνα. Βγήκαμε έξω όπου είχαμε να αντιμετωπίσουμε τα ακραία καιρικά φαινόμενα, ενώ μέσα δεν μπορούσαμε να μπούμε να ζεσταθούμε γιατί είχε γεμίσει καπνούς. Ο συναγερμός για την πυρκαγιά ακούστηκε κάποια στιγμή αλλά τότε ήμαστε ήδη έξω, νωρίτερα τίποτα. Καράβια έφτασαν νωρίς κοντά μας αλλά δεν μπορούσαν να βοηθήσουν σε κάτι εξαιτίας των άσχημων καιρικών συνθηκών, με πολλά μποφόρ. Στην αρχή επικράτησε πανικός αλλά μετά ηρέμησαν τα πράγματα. Εγώ κάθησα από την αριστερή πλευρά του καραβιού να προφυλαχτώ από τον καιρό, ενώ σταδιακά από την Κυριακή είχαν αρχίσει τα ιταλικά και ελληνικά ελικόπτερα να παίρνουν ανθρώπους από το καράβι. Δώσαμε προτεραιότητα στα παιδιά και τις γυναίκες και μετά φύγαμε εμείς. Το βράδυ της Κυριακής μας έριξαν μερικά μπουκάλια με νερό, αλλά να σας πω την αλήθεια από το άγχος και την ταραχή δεν είχα διψάσει καθόλου. Κάναμε υπομονή και περιμέναμε να έρθει και η σειρά μας. Κάποια στιγμή άρχισα να κρυώνω, ένιωθα τρέμουλο και προσπαθούσα να ζεσταθώ από κάπου.

Τη Δευτέρα το μεσημέρι ήρθε η σειρά μου να με πάρει ελικόπτερο και όταν μας κατέβασαν με ασφάλεια στο καράβι, επικοινώνησα με την οικογένειά μου, γιατί δεν είχα κινητό καθώς το είχα αφήσει στην καμπίνα του φορτηγού».

Νικήτας Μανδραπήλιας:

«Από τον θάνατο στη ζωή μέσα σε επτά ώρες. 26 Δεκεμβρίου μαθαίνω ότι φορτώνω λάδι για Ιταλία μαζί με τον φίλο μου τον Τάκη. Πρωτοχρονιά θα κάναμε στη Λυόν της Γαλλίας περιμένοντας να φορτώσουμε γάλα. Ξαφνικά ο αδερφός του Τάκη, ο Γιώργος μου λέει ότι δεν θα πάμε με Superfast αλλά με ένα παλιοκάραβο. Όλα είναι έτοιμα, παίρνουμε φαγητά και 27 Δεκεμβρίου, ημέρα Σάββατο μαζί με τον Τάκη φεύγουμε για Πάτρα και πήρα τηλέφωνο τη συνάδελφό μου την Έφη στην οποία διατύπωσα τους φόβους μου για το συγκεκριμένο καράβι. Έφτασα στο λιμάνι της Πάτρας και στα εκδοτήρια ρώτησα μια υπάλληλο (ειρωνικά βέβαια) αν θα μας βγάλει τη Δευτέρα το πρωί το καράβι. Μια ξανθιά κοπέλα μου απαντάει αν δεν σας αρέσει υπάρχουν άλλοι πενήντα στη λίστα εκτός από εσάς (εννοούσε προς το θάνατο!). Τελικά ξεκινήσαμε και στις 7 το απόγευμα ήπια καφέ με τη συνάδελφό μου την Εφη, τον Τάκη και τον Χάρη και μετά οι τρεις μας πήγαμε για φαγητό, χωρίς την Έφη. Το φαγητό ήταν απαίσιο και δεν είχε καμία σχέση με αυτά του Superfast.

Στις 24:00 πήγαμε για ύπνο και ξάπλωσα στο επάνω κρεβάτι και από κάτω ο Τάκης. Ξαφνικά στις 4:30 ξυπνάω από βροντές, κάτι μύριζε στην καμπίνα. Σήκωσε το κεφάλι ο Τάκης, κοιτάει στο παράθυρο και φώναξε ότι καιγόμαστε. Η καμπίνα γέμισε καπνούς, τα φώτα δε λειτουργούσαν και βγήκαμε στο διάδρομο για να ντυθούμε. Κόσμος φώναζε, τα παιδιά έκλαιγαν και καμία ειδοποίηση, ούτε μία ανακοίνωση στα ελληνικά δεν ακούστηκε. Αν δεν ξυπνούσαμε θα πεθαίναμε από τους καπνούς. Βλέπουμε έναν επιβάτη να μοιράζει σωσίβια. Πλήρωμα πουθενά. Τα φοράμε και βγαίνουμε. Aριστερά καπνός, παντού φωτιά και κάτω από τα πόδια μας οι λαμαρίνες άρχισαν να καίνε. Κάποιοι πέταγαν τις βάρκες στο νερό. Πήρα την απόφαση να πάω και εγώ. Μπαίνω σε μια τσουλήθρα και κατεβαίνω, δεν θυμάμαι ήμουν ο έκτος ή ο δέκατος. Ξαφνικά ακούω φωνές, το κύμα και ο αέρας είχε απομακρύνει το φουσκωτό από το Norman Atlantic και μέσα ήταν εγκλωβισμένα τρία άτομα για τα οποία δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα. Μετά από τρεις ημέρες έμαθα οτι πέθαναν. Το κύμα μας απομακρύνει. Είναι νύχτα με 9 μποφόρ αέρα και το κύμα ψηλά στα 7 μέτρα. Ξημερώνει και βλέπουμε απέναντί μας το καράβι Aby Jeannette και πλησιάζουμε. Μας πετάνε δυο κάβους, τον έναν τον χάνουμε, τον άλλον τον πιάνουμε, τον δένουμε και κόβεται. Φεύγουμε από την προστασία του πλοίου και ανοιγόμαστε βαθιά στη θάλασσα. Κάνουμε όμως ένα σφάλμα, καθόμαστε όλοι σε μια μεριά και έρχεται ένα κύμα μεγάλο το οποίο γύρισε τη βάρκα ανάποδα. Καταφέρνω και βγαίνω εγώ και ένας άλλος από ένα παράθυρο. Τους άλλους δεν τους ξαναείδα ποτέ. Ήταν έξι ή οκτώ άτομα, ας αναπαύσει ο θεός την ψυχή τους. Κάποια στιγμή ήρθε ελικόπτερο από πάνω μας να μας σώσει και ο διασώστης κοιτούσε για αγνοούμενους. Εγώ είμαι μόνος μου 200 μέτρα μακριά από το ελικόπτερο και από το Aby Jeannette. Η θάλασσα κρύα, έβρεχε πολύ και τα κύματα ήταν ψηλά που δεν έβλεπα ούτε το ελικόπτερο, ούτε το καράβι. Κρύωνα αλλά φώναζα και τα έβαζα με τον εαυτό μου, ότι δεν θα πεθάνω και πάλευα με τη θάλασσα για 45 λεπτά. Μου πέταξαν ένα σωσίβιο και ένα δίχτυ και σε 5 λεπτά με ανέβασαν στο καράβι. Δεν μπορούσα να περπατήσω, δεν αισθανόμουν τα πόδια μου γιατί είχαν παγώσει. Απ' όταν ανέβηκα στο καράβι όλα πήγαν καλά και το πλήρωμα που αποτελείτο από είκοσι Φιλιππινέζους μας φέρθηκε άψογα. Κατάφεραν και έσωσαν άλλους 38 συνανθρώπους μέσα σε 9 μποφόρ αέρα με 7 μέτρα κύμα και δυνατή βροχή. Οι 20 Φιλιππινέζοι ήταν οι άγγελοι για εμένα και τους άλλους 38. Να τους έχει ο Θεός καλά και να είναι πάντα καλοτάξιδοι. Αυτή είναι η ιστορία μας. Λυπάμαι για αυτούς που έχασα στη βάρκα αλλά δυστυχώς δεν μπορούσα να κάνω κάτι».