Η ιστορική αναδρομή ξεκινάει με το Benz 1CN, όταν οι οδηγοί φορτηγών ήταν εκτεθειμένοι στον άνεμο και τη βροχή, τότε που το τιμόνι και τα φρένα λειτουργούσαν χωρίς την παραμικρή υδραυλική υποβοήθηση. Το μοντέλο 1C των 1,0 - 1.5 τόνων, παρουσιάστηκε το 1917 και κατασκευαζόταν για τρία χρόνια, φέροντας κινητήρα 4,7 λίτρων που είχε απόδοση 35 ίππων. Το 1921 το φορτηγό εξελίχθηκε περαιτέρω και μετονομάστηκε σε 1CN, ένα μοντέλο που παραγόταν έως το 1926, όταν και πραγματοποιήθηκε η συγχώνευση με τη Daimler.

Συνέχεια δόθηκε με το ξύλινης καμπίνας L 4500, ένα μοντέλο που παρέμεινε στην αγορά μέχρι το 1949. Τη σκυτάλη στη δεκαετία του 1950 πήρε το μοντέλο L 311, σχεδόν 146.000 μονάδες του οποίου κατασκευάστηκαν στο εργοστάσιο του Mannheim και χρησιμοποιήθηκαν σε μια μεγάλη γκάμα εφαρμογών. Το 1958 ήταν η σειρά του τριαξονικού LP 333, το οποίο απέκτησε το παρατσούκλι «σαρανταποδαρούσα» και έγινε γνωστό για τομεγάλο ωφέλιμο φορτίο του, βοηθώντας παράλληλα στην καθιέρωση της νέας για την εποχή αρχιτεκτονικής, όπου το φορτηγό σχεδιάζεται έχοντας τον κινητήρα κάτω από την καμπίνα του (προωθημένης οδήγησης) ή «cab over» όπως έμεινε γνωστό στην Ευρώπη.

Από το '60 και μετά

Στις αρχές της δεκαετίας του εξήντα, το τυπικό φορτηγό διανομής ήταν το L 1113 (L 322 πριν το 1963), ένα μοντέλο – θρύλος με κοντό καπό που στην Ελλάδα έγινε γνωστό ως «γουρούνα». Συμμετείχε ενεργά στην ανάπτυξη των νεόκτιστων πόλεων μεταφέροντας δομικά υλικά και καταναλωτικά είδη και ήταν τόσο σημαντικό για την καθιέρωση της μάρκας, που θα το παρουσιάσουμε αναλυτικά στη συνέχεια του αφιερώματός μας.

Το μοντέλο LP 1519 με τη μοντέρνα κυβική του σχεδίαση, ήταν ένα από τα πρώτα φορτηγά που βγήκε το 1963 από τις γραμμές παραγωγής του ολοκαίνουργιου εργοστασίου στο Worth. Αποτελούσε ένα προηγμένο τεχνολογικά όχημα, καθώς ήταν το πρώτο φορτηγό που διέθετε σύστημα πέδησης διπλού κυκλώματος, μια τεχνολογία που η Mercedes-Benz χρησιμοποιούσε ήδη από το 1964, πολύ πριν αυτή γίνει υποχρεωτική το 1972 για όλα τα φορτηγά.

Τη δεκαετία του '70, η εταιρεία παρουσίασε τη Νέα Γενιά (NG) φορτηγών της, τη βαρέως τύπου σειρά SK (Schwere Klasse / Heavy Class), η οποία έμεινε στην αγορά για περίπου 25 χρόνια και κυριάρχησε στη χώρα μας, ιδιαίτερα στον κατασκευαστικό κλάδο.

Επόμενη χρονιά σταθμός είναι το 1996, όταν και παρουσιάστηκε η πρώτη γενιά του Mercedes-Benz Actros, το οποίο έχει αποκτήσει ήδη τέσσερις γενιές, που έχουν πουλήσει περισσότερες από 1,2 εκ. μονάδες. Μάλιστα, στην περασμένη έκθεση ΙΑΑ έκανε ντεμπούτο η ανανεωμένη έκδοση του μοντέλου 4ης γενιάς, το οποίο λίγο αργότερα παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο ελληνικό κοινό, στην έκθεση Transport Show 2018 της Αθήνας. Ανάμεσα στις πολυάριθμες τεχνολογικές καινοτομίες με τις οποίες εξοπλίζεται το νέο μοντέλο, αναφέρουμε επιγραμματικά τις MirrorCam, Active Drive Assist, Active Brake Assist 5 και το Multimedia Cockpit.

Η «γουρούνα» της Mercedes-Benz

Εξήντα χρόνια πριν, στις 5 Μαρτίου 1959, η Mercedes-Benz παρουσίασε ένα μοντέλο με κοντή «μούρη», το οποίο στη χώρα μας απέκτησε το παρατσούκλι «γουρούνα». Αρχικά λανσαρίστηκαν τα μοντέλα L 322 και L 327 (μεσαία κατηγορία βάρους) καθώς και το L 337 (βαρέως τύπου), τα οποία αποδείχτηκαν διεθνώς πολύ επιτυχημένα εμπορικά, παίζοντας αποφασιστικό ρόλο στη στρατηγική της Daimler-Benz AG για διεθνοποίηση της μάρκας μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η παραγωγή τους συνεχίστηκε μέχρι τη δεκαετία του 1990 σε διάφορες χώρες, κυρίως της Λατινικής Αμερικής και της Ασίας και συνολικά κατασκευάστηκαν σχεδόν ένα εκατομμύριο μονάδες.

Σημειώνεται πως η μετάβαση από τα «μουράτα» φορτηγά στα οχήματα προωθημένης οδήγησης (γνωστά και ως «κοψομούρικα») τα οποία έχουν τον κινητήρα ακριβώς κάτω από την καμπίνα, δεν έγινε μέσα σε μία στιγμή, καθώς μεσολάβησαν τα φορτηγά με το κοντό καπό, στα οποία ο κινητήρας είναι μερικώς κάτω από την καμπίνα. Σε αυτή την κατηγορία εντάσσονταν και τα L 322 και L 327 που κατασκευάζονταν στο εργοστάσιο του Mannheim, αλλά και το L 337 που διέθετε καπό μακρύτερο κατά 300 χλστ. και παραγόταν στη μονάδα του Gaggenau. To «P» στο όνομα κάποιων εκδόσεων προέρχεται από το «Pullman» και υποδηλώνει την ύπαρξη μιας ευρύχωρης και άνετης καμπίνας. Για τα δεδομένα της εποχής, εντυπωσίαζαν το μικρό μήκος και η υψηλή ευελιξία του οχήματος σε σύγκριση με τα «μουράτα» οχήματα, δίχως μάλιστα να επηρεάζεται το ωφέλιμο φορτίο. Ωστόσο, οι εκπομπές θορύβου και θερμότητας από τον κινητήρα που βρισκόταν κάτω από την καμπίνα, ήταν σε υψηλά επίπεδα και χωρίς την ανακλινόμενη καμπίνα (που εισήχθη χρόνια αργότερα), η πρόσβαση στον κινητήρα για την πραγματοποίηση των εργασιών συντήρησης, ήταν προβληματική.

Το 1961 παρουσιάστηκε το μοντέλο L 328, το οποίο δύο χρόνια αργότερα μετονομάστηκε σε L 911. Το εν λόγω μοντέλο είχε κύκλο στροφής μικρότερο κατά 2.400 χλστ. σε σχέση με το «μουράτο» L 312 και την ίδια στιγμή η ζέστη και ο θόρυβος στην καμπίνα, ήταν πολύ λιγότερο αισθητά συγκριτικά με τα LP 328/ LP 911. Επιπλέον, υπήρχε χώρος για την τοποθέτηση ενός τρίτου καθίσματος στην καμπίνα και η πρόσβαση στον κινητήρα ήταν σημαντικά βελτιωμένη.

Ο νόμος που αναστάτωσε τη βιομηχανία

Τα «μουράτα» φορτηγά εξακολουθούσαν να είναι δημοφιλή, αλλά οι επικριτές τους τα θεωρούσαν πολύ μακριά και βαριά. Στα μέσα της δεκαετίας του 1950, ο τότε υπουργός μεταφορών της Δυτικής Γερμανίας, Hans-Christoph Seebohm, ήθελε να αλλάξει τα πράγματα και στις 22 Μαρτίου 1956 δημοσιεύθηκε στη γερμανική Ομοσπονδιακή Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ο «Κανονισμός για την τροποποίηση της πράξης οδικής κυκλοφορίας και των κανονισμών οδικής κυκλοφορίας (βάρη και μέτρα)». Τέθηκε σε ισχύ από τις 21 Μαρτίου 1956, έμεινε γνωστός ως ο «νόμος του Seebohm» και είχε σημαντικές επιπτώσεις. Συγκεκριμένα, προέβλεπε πως τα φορτηγά και τα ρυμουλκούμενα που είχαν ταξινομηθεί από την 1η Ιανουαρίου 1958, έπρεπε να έχουν συνολικό μήκος 13 μέτρα τα μεν ημιρυμουλκούμενα και 14 μέτρα τα συρόμενα, αντί για τα 20 μέτρα που ίσχυαν μέχρι τότε. Επιπλέον, το επιτρεπόμενο μέγιστο μικτό βάρος οχήματος, περιορίστηκε από τους 40 στους 24 τόνους.

Η Mercedes-Benz αντέδρασε στα νέα δεδομένα, κατασκευάζοντας από το 1958 ως το 1961 το προαναφερθέν LP 333, ένα τριαξονικό φορτηγό 16 τόνων με δύο εμπρόσθιους άξονες με τιμόνι. Το εν λόγω μοντέλο εκμεταλλεύθηκε το ≪παραθυράκι≫ του νόμου, καθώς όταν είχε κοτσαρισμένο ένα τρέιλερ με έγκριση πριν από την 1η Ιανουαρίου 1958, εμφάνιζε ένα μικτό βάρος συρμού32 τόνων, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα ένα ωφέλιμο φορτίο μεγαλύτερο των 20 τόνων. Μετά από σοβαρές διαμαρτυρίες, ο υπουργός κ. Seebohm αναθεώρησε το χρονοδιάγραμμα για τη μεταρρύθμισή του ήδη από το 1957, ενώ το 1960 άλλαξε και τους πιο έντονους περιορισμούς. Παρόλα αυτά, είχε γίνει σαφές για τους Γερμανούς κατασκευαστές επαγγελματικών οχημάτων ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1950, ότι τα μελλοντικά οχήματα θα έπρεπε να αντιμετωπίσουν το μήκος και το ωφέλιμο φορτίο πιο αποτελεσματικά από ότι στο παρελθόν.

Η διεθνής επιτυχία

Σε κάθε περίπτωση, τα κοντής «μούρης» φορτηγά της Mercedes-Benz ανταποκρίθηκαν με επιτυχία στους αυστηρούς περιορισμούς του γερμανικού νόμου. Προσφέρονταν σε εκδόσεις σασί, με ανατρεπόμενη καρότσα και ως τράκτορες, με ή χωρίς τετρακίνηση και με 2 ή 3 άξονες. Πουλήθηκαν επιτυχώς στις αγορές όλου του κόσμου -μεταξύ άλλων- ως βυτιοφόρα, ως μπετονιέρες, ως πυροσβεστικά οχήματα και ως δημοτικά φορτηγά δραστηριοποιούμενα στην καθαριότητα και στην αποκομιδή απορριμμάτων.

Ενδεικτική της εμπορικής επιτυχίας της «γουρούνας» είναι η περίπτωση του πιο δημοφιλούς μοντέλου της σειράς, του 322, το οποίο όπως προείπαμε μετά το 1963 μετονομάστηκε σε 1113, ένα όνομα που προκύπτει από τους 11 τόνους μικτού βάρους και τους 130 ίππους ισχύος που απέδιδε ο κινητήρας του. Από το 1959 έως το 1969 κατασκευάστηκαν πάνω από 60.000 μονάδες της «κανονικής» έκδοσης (L) και της 4x4 έκδοσης (LA), την ίδια στιγμή που οι πωλήσεις των μοντέλων προωθημένης οδήγησης (LP και LAP) έφταναν από κοινού στις 16.000 μονάδες.

Συνολικά, σε όλες τις κατηγορίες φορτηγών, οι πωλήσεις της «γουρούνας» έφτασαν μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1990 σχεδόν στο 1 εκ. μονάδες, στις οποίες περιλαμβάνονται πάνω από 650.000 έτοιμα φορτηγά και σασί, αλλά και περίπου 300.000 κιτ, τα οποία μεταφέρθηκαν για συναρμολόγηση στο εξωτερικό. Ενδεικτικά αναφέρεται πως μόνο στην Ινδία, από το 1964 ως το 1979 παραγγέλθηκαν 226.930 σετ του L 1210. Η Mercedes-Benz προσαρμοζόταν πάντοτε στις απαιτήσεις των πελατών της και για αυτό δημιούργησε τις 3αξονικές εκδόσεις το 1963, τις εκδόσεις με κινητήρα πετρελαίου άμεσου ψεκασμού το 1964 και εκείνες με την πιο ευρύχωρη καμπίνα του 1967.

Σε κάθε περίπτωση, η «γουρούνα» με τα 60 χρόνια παρουσίας στην αγορά βοήθησε τα μέγιστα τη Mercedes-Benz να χτίσει το όνομά της στα φορτηγά, προλειαίνοντας ουσιαστικά το έδαφος για την εμπορική επιτυχία της σειράς ΚΑ και αργότερα των φορτηγών Actros, τα οποία θεωρούνται σήμερα σημεία αναφοράς της παγκόσμιας αυτοκινητοβιομηχανίας.