«Ε και να γυρνούσε ο χρόνος πίσω και να ζούσαμε πάλι εκείνη τη γλυκιά ταλαιπωρία», ήταν τα πρώτα λόγια του Κώστα Παγανιά από την Κόνιτσα Ηπείρου, πρώην κοινοτάρχη του χωριού Δίστρατου, αντιδήμαρχου Κόνιτσας και προέδρου συλλόγου Βλάχων Δίστρατου, ο οποίος έφερε στο μυαλό του αρκετές αναμνήσεις από τα παιδικά του χρόνια και τα ταξίδια με τα φορτηγά/λεωφορεία της εποχής.

Τη δεκαετία του ’60 και του ’70 οι δομές ήταν απαρχαιωμένες, το τροχαίο υλικό παλιό και το οδικό δίκτυο σε κακή κατάσταση. Με όσα μέσα διέθεταν οι πρώτοι μεταφορείς και εν συνεχεία τα ΚΤΕΛ, προσπαθούσαν να προσφέρουν τις στοιχειώδεις και απαραίτητες υπηρεσίες στο επιβατικό κοινό. Οι οδηγοί πραγματικοί ήρωες με μοναδικά εφόδια την εμπειρία, την υπομονή και το φιλότιμό τους εκτελούσαν δρομολόγια σε άγονες γραμμές πάντα με ασφάλεια. Βέβαια, ο κόσμος ήταν συγκαταβατικός, τους βοηθούσε και αντιμετώπιζε κάθε δυσκολία με θετική διάθεση. Έτσι, εκτός από τους οδηγούς πραγματικοί ήρωες ήταν και οι επιβάτες οι οποίοι κάθονταν για πολλές ώρες κολλητά ο ένας με τον άλλο, σαν σαρδέλες όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Κώστας, περιμένοντας πότε θα έφταναν στον προορισμό τους.

Από τότε μέχρι σήμερα άλλαξαν πολλά, τα λεωφορεία βελτιώθηκαν προσφέροντας όλες τις ανέσεις, το οδικό δίκτυο επίσης διορθώθηκε, ωστόσο, πλέον τα δρομολόγια γίνονται με ελάχιστους ή κανέναν επιβάτη, εν αντιθέσει με τις προηγούμενες δεκαετίες που ταξίδευαν καθημερινά γεμάτα. Ο Κώστας γυρίζει το χρόνο αρκετά πίσω και μας εξιστορεί πώς αντιμετώπιζε ο κόσμος την όλη κατάσταση.

Οι δυσκολίες του δρομολογίου

Το κουβάρι των αναμνήσεων ξετυλίγεται αργά-αργά, όπως άλλωστε κινούνταν και τα λεωφορεία την εποχή εκείνη. Ο Κώστας, βλάχικης καταγωγής, καταφτάνει ντυμένος με την παραδοσιακή ενδυμασία και ξεκινάει την αναδρομή στο παρελθόν. «Ταξίδευα στη διαδρομή Δίστρατο-Άρματα-Πάδες-Παλιοσέλι-Ελεύθερο- Κόνιτσα και αντίστροφα. Για να καταλάβετε τις δυσκολίες που αντιμετωπίζαμε σας αναφέρω ότι η συγκεκριμένη απόσταση είναι πενήντα χιλιόμετρα και την κάλυπτε το λεωφορείο περίπου σε τέσσερις ώρες. Ο χωματόδρομος ήταν σε κακή κατάσταση, γεμάτος λακκούβες, απότομες ανηφόρες και όταν έβρεχε πλημμύριζε. Σήμερα, την ίδια διαδρομή τα λεωφορεία την καλύπτουν σε μιάμιση ώρα. Η άλλη διαδρομή που έκανα επίσης πολύ συχνά ήταν Δίστρατο-Βασιλίτσα-Γρεβενά και αντίστροφα, απόστασης εξήντα χιλιομέτρων και με διάρκεια διαδρομής πέντε ώρες με καλές καιρικές συνθήκες, ενώ με κακές μπορεί να κάναμε και δυο μέρες. Αυτή η κατάσταση κράτησε μέχρι το 1980 καθώς μετά ολοκληρώθηκαν οι εργασίες στο δρόμο και πλέον γίνεται σε μια ώρα, αλλά σήμερα δεν υπάρχει συγκοινωνία».

Μόλις ακούσαμε για τις πολλές ώρες δρομολογίου, διακόψαμε τον Κώστα και τον ρωτήσαμε για τις δυσκολίες της διαδρομής. «Μα φυσικά η μεγαλύτερη ήταν η κούραση και η ορθοστασία. Τα λεωφορεία είχαν λίγες θέσεις και σε αυτές κάθονταν μόνο ηλικιωμένοι επιβάτες ή εγκυμονούσες. Βλέπετε πάνω απ’ όλα υπήρχε σεβασμός στο πρόσωπό τους. Οπότε, για πολλές συνεχόμενες ώρες στεκόμασταν όρθιοι και το μόνο που σκεφτόμασταν ήταν το πότε τελικά θα φτάσουμε στον προορισμό μας. Το 1974 έγινε μεγάλη διαμαρτυρία με πορεία στην Κόνιτσα, για τη βελτίωση του δρόμου. Γενικότερα, ήταν διαφορετικοί άνθρωποι τότε, ήρεμοι, αλληλέγγυοι, χαρούμενοι, συμπονετικοί. Αυτό που μας ενδιέφερε ήταν να φτάσουμε στον προορισμό μας, ανεξαρτήτως ταλαιπωρίας ή διάρκειας. Αρκεί να φτάσουμε λέγαμε»…

Αρκεί να φτάσουμε, με οποιοδήποτε τίμημα; ρωτούμε τον Κώστα, για να μας απαντήσει: «Το μοναδικό τίμημα που πληρώναμε, εκτός από το εισιτήριο, ήταν η κούραση και η ταλαιπωρία, αλλά δεν μας πείραζε, άλλωστε δεν είχαμε και άλλα μέσα να ταξιδέψουμε ώστε να έχουμε κάποιο μέτρο σύγκρισης, οπότε το λεωφορείο μας φαινόταν μια πολυτέλεια της εποχής, όταν βέβαια το είχαμε στη διάθεσή μας»! Τι σημαίνει αυτό; «Το χειμώνα μέχρι να καθαρίσουν οι μπουλντόζες το δρόμο δεν είχαμε συγκοινωνία, εξαιτίας των έντονων χιονοπτώσεων και της λάσπης από τις βροχές. Η μετακίνηση ήταν πραγματικός άθλος», μας εξηγεί ο Κώστας.

Το έργο των οδηγών

Οι οδηγοί των λεωφορείων έβαζαν διπλές αλυσίδες στα ελαστικά τους για να καταφέρουν να κινηθούν. Τι τραβούσε και αυτός ο κόσμος (οδηγοί) μαζί με εμάς!», αναρωτιέται με έκφραση θαυμασμού και συμπόνοιας παράλληλα ο Κώστας. «Ξεκινούσαν για δρομολόγιο και δεν ήξεραν πότε και αν θα φτάσουν στον προορισμό τους». Στο σημείο αυτό θα τον διακόψουμε και θα τον ρωτήσουμε, για το αν εκτιμούσε ο κόσμος το έργο τους. «Βέβαια, το έργο των οδηγών αναγνωριζόταν από το επιβατικό κοινό και δείχνανε κατανόηση στο λειτούργημα που έκαναν. Όλοι τους αγαπούσαμε. Σαφώς υπήρχαν καλοί οδηγοί οι οποίοι με τη σειρά τους βοηθούσαν τους επιβάτες όπου χρειάζονταν, αλλά και κάποιοι οι οποίοι δεν διακρίνονταν για την ευγένειά τους. Ιδιοκτήτες των φορτηγών-λεωφορείων θυμάμαι τον Ψάρια, τον Καραγιάννη, τον Θεοχάρη, τον Κιτσούλη και τον Βαγενά. Βέβαια και αυτοί κουράζονταν πολύ εξαιτίας των παλιών λεωφορείων που οδηγούσαν. Βλέπετε τα λεωφορεία της εποχής δεν έχουν καμία σχέση με τα σημερινά, τόσο στην άνεση του οδηγού όσο και των επιβατών. Ήταν λιτά και απλά οχήματα, ένα σιδερένιο κουτί επάνω σε τέσσερις ρόδες όπως συνηθίζαμε να λέμε. Εγώ δεν πρόκειται ποτέ να ξεχάσω τα φορτηγά που ήταν πριν τα λεωφορεία. Άνθρωποι, κότες, άλευρα, φρούτα, βαλίτσες, σακιά, όλα μαζί επάνω στην καρότσα, πολλή σκόνη εξαιτίας του χωματόδρομου, τα άτομα σαν σαρδέλες ο ένας επάνω στον άλλον και τα οχήματα να είναι πάντα γεμάτα από κόσμο».

Και πόσο συχνά είχε δρομολόγια τον ρωτάμε; «Κάθε μέρα είχε δρομολόγιο, ο κόσμος κατέβαινε στην πόλη, Γιάννενα, κυρίως για ψώνια, για γιατρούς και να επισκεφτεί συγγενικά του πρόσωπα. Σήμερα έχει μια φορά την εβδομάδα και τα λεωφορεία κινούνται σχεδόν άδεια, γιατί έχει φύγει πλέον ο κόσμος από τα χωριά. Το 1971 το εισιτήριο κόστιζε είκοσι πέντε δραχμές, στις διαδρομές που σας προανέφερα, και δέκα επιπλέον δραχμές η κάθε αποσκευή. Τη μεγάλη αλλαγή στο επίπεδο της συγκοινωνίας τη βιώσαμε μετά το 1970 όταν ήρθε το πρώτο λεωφορείο Mercedes-Benz με είκοσι θέσεις, στο οποίο βέβαια είχαμε επιβιβαστεί μέχρι εξήντα άτομα, κυριολεκτικά ο ένας πάνω στον άλλον. Την πρώτη φορά που το είδαμε στο χωριό μας προξένησε μεγάλη εντύπωση, καθώς μας άρεσε πολύ το εσωτερικό του αλλά και το πιο ήσυχο ταξίδι που έκανε».

Οι ευχάριστες στιγμές

Κάπου εκεί σταματάει το λόγο του, χαμογελάει για λίγο και με πιο ευχάριστη διάθεση συνεχίζει: «Είχαν όμως και πολλή πλάκα τα ταξίδια, γιατί γελούσαμε πολύ, πειράζαμε ο ένας τον άλλον, λέγαμε ανέκδοτα και ορισμένοι τραγουδούσαν. Όταν μάλιστα το λεωφορείο αγκομαχούσε να ανέβει στις ανηφόρες ή να ξεπεράσει τις λάσπες φωνάζαμε όλοι μαζί ρυθμικά, ε ωπ – ε ωπ, σαν να θέλαμε να εμψυχώσουμε τον οδηγό του. Ξέρω ότι σήμερα κάτι τέτοιο φαίνεται μακρινή και ίσως πρωτόγνωρη εικόνα αλλά για εμάς τότε ήταν κάτι συνηθισμένο. Με αυτό τον τρόπο πιστεύαμε πως το δρομολόγιο θα περάσει πιο γρήγορα και ευχάριστα».

Η Ριρίκα

Ο Κώστας κρατάει διάφορες φωτογραφίες στα χέρια του εξιστορώντας μια μικρή ιστορία για την κάθε μια ξεχωριστά. «Να αυτή είναι η Ριρίκα, το λεωφορείο του Βαγενά», μας λέει χαμογελώντας. «Τόσο έντονο ήταν το δέσιμό μας με αυτά τα οχήματα που είχαμε βγάλει και ονόματα στο καθένα...».

Στάση για ανεφοδιασμό

Mας δείχνει μια άλλη φωτογραφία και μας αναφέρει ότι ήταν τραβηγμένη λίγα λεπτά μετά την καθιερωμένη στάση που έκανε το λεωφορείο: «Το λεωφορείο ξεκινούσε από το πανδοχείο του Καρακασίδη και στο δρομολόγιό του διέσχιζε πολλά χωριά και την κεντρική στάση την έκανε στη Σμίξη, που ήταν μεγάλης χρονικής διάρκειας για ξεκούραση, προμήθειες κρεάτων και φαγητό όπου οι περισσότεροι έτρωγαν γαρδούμπα».

Να γυρνούσε ο χρόνος πίσω

«Φυσικά, τότε όλοι γνωριζόμασταν μεταξύ μας. Με μερικούς βρισκόμαστε ακόμη και σήμερα και όταν συζητούμε ιστορίες από το παρελθόν αναφέρουμε πάντα κάποια σχετικά το λεωφορείο της άγονης γραμμής και όλοι αναπολούμε να γυρνούσε ο χρόνος πίσω και να ζούσαμε πάλι εκείνη τη γλυκιά ταλαιπωρία. Τέλος, θέλω να κλείσω την κουβέντα μας με κάτι που με σημάδεψε όλα μου τα παιδικά χρόνια. Τότε στο χωριό δεν είχαμε ρεύμα, ήρθε το 1971, και βλέπαμε τα φώτα στα Γρεβενά και απορούσαμε, μας φαίνονταν παράξενο. Σήμερα έχουμε ρεύμα, δρόμους καλούς, αλλά δυστυχώς μας λείπει το πιο βασικό… η ανθρώπινη παρουσία...».