Το διήμερο Συνέδριο «SOLUTIONS 9: 30+ logistics benchmarks for leading Supply Chains» πραγματοποίησε πρόσφατα το Supply Chain Institute, με την επιστημονική υποστήριξη της PLANNING.

Την πρώτη ημέρα του συνεδρίου, το οποίο λόγω πανδημίας έλαβε χώρα διαδικτυακά, αναλύθηκε το τι συμβαίνει εντός των αποθηκευτικών δομών και παρουσιάστηκαν μέθοδοι μείωσης του κόστους και αύξησης της παραγωγικότητας. Η δεύτερη ημέρα ήταν αφιερωμένη στο τι ισχύει εκτός αποθήκης, δηλαδή στη μεταφορά – διανομή των προϊόντων και τα πορίσματα αυτής της ενότητας θα παρουσιαστούν σε επόμενο τεύχος.

Σημειώνεται, πως στο συνέδριο συμμετείχαν πλήθος στελεχών από 3PL εταιρείες, βιομηχανίες παραγωγής προϊόντων, εμπορικές εταιρείες με προμηθευτές με χαμηλό-μέσο και υψηλό lead time (1-5 εβδομάδες ή παραπάνω), αλυσίδες λιανικής πώλησης και ηλεκτρονικά καταστήματα. Στο πλαίσιο του webinar, οι σύνεδροι είχαν την ευκαιρία να ψηφίσουν απαντώντας σε μία σειρά ερωτήσεων, αναδεικνύοντας έτσι τα χαρακτηριστικά της ελληνικής αγοράς. Επιπλέον, με αυτόν τον τρόπο, το κάθε στέλεχος είχε τη δυνατότητα να δει πώς στέκεται η εταιρεία του σε σχέση με τον ανταγωνισμό και να καταλάβει το πού ενδεχομένως χρειάζεται να ληφθούν μέτρα, τα οποία θα βελτιώσουν τη λειτουργία της επιχείρησής του.

Benchmarking: To «check-up» της επιχείρησης

Πριν, όμως, ξεκινήσουμε να αναδεικνύουμε το τι ισχύει στη χώρα μας αναφορικά με την αποθήκευση, καλό θα ήταν να ξεκινήσουμε με τον ορισμό του όρου «benchmarking», τον οποίο θα συναντήσουμε αρκετές φορές στη συνέχεια. Το λεγόμενο «benchmarking» (συγκριτική αξιολόγηση), λοιπόν, αποτελεί μια σύγχρονη μέθοδο μάνατζμεντ εντός και εκτός εφοδιαστικής. Βοηθάει στον εντοπισμό των διαδικασιών που χρήζουν άμεσης προσοχής και αναδιοργάνωσης. Επιπλέον, αποτελεί ένα χρήσιμο εργαλείο μέτρησης και αξιολόγησης της απόδοσης, συμβάλλοντας στην ορθολογική στοχοθέτηση. Στη συνέχεια, συνδράμει στην εφαρμογή των κατάλληλων πρακτικών, όπως και στον συνεχή έλεγχο της απόδοσης.

Αξίζει να σημειωθεί, πως ο όρος προέρχεται από τους τσαγκάρηδες, οι οποίοι σημείωναν (mark) πάνω στους πάγκους τους (bench) τις διαστάσεις των ποδιών, προκειμένου να φτιάξουν τα καλαπόδια τους και ακολούθως τα παπούτσια του κάθε πελάτη. Στη σύγχρονη εκδοχή του, λοιπόν, ο όρος είναι συνώνυμος του «πατάμε γερά στα πόδια μας, ξέρουμε τι μας γίνεται», όπως εξήγησε ο συντονιστής του συνεδρίου κατά την εισαγωγική του τοποθέτηση, ο Executive Consultant της PLANNING, κ. Σταμάτης Ανδριανόπουλος.

Συνεχίζοντας με λίγη ακόμα ιστορία, αναφέρουμε πως στη σύγχρονή του μορφή, το benchmarking το εφάρμοσε πρώτη το 1979 η εταιρεία XEROX, προκειμένου να συγκρίνει τα φωτοτυπικά της μηχανήματα με αυτά του ανταγωνισμού. Στα 40 και πλέον χρόνια που πέρασαν, κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι και πλέον υπάρχουν άπειρες βάσεις δεδομένων, που βοηθούν στη συγκριτική αξιολόγηση και στην εξαγωγή χρήσιμων συμπερασμάτων. Τονίζεται, πως το benchmarking λαμβάνει χώρα σε 4 επίπεδα και ομοιάζει, σύμφωνα με τον κ. Ανδριανόπουλο, με το «ιατρικό check-up», καθώς δείχνει την «υγεία» της επιχείρησής μας. Συγκεκριμένα, υπάρχει το «Ανταγωνιστικό», δηλαδή η σύγκριση με εταιρείες του ιδίου κλάδου, όπως και το «Εσωτερικό», στο πλαίσιο του οποίου πολυεθνικές και λοιπές μεγάλες εταιρείες, συγκρίνουν την απόδοση παραρτημάτων και διευθύνσεων που βρίσκονται σε διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές. Με το λεγόμενο «Γενικευμένο benchmark» διερευνάται εάν η εταιρεία έχει εκσυγχρονιστεί σε σχέση με την αγορά στους τομείς που την ενδιαφέρουν, ενώ με το «Benchmark Διαδικασιών» πραγματοποιείται σύγκριση με παρόμοιες διαδικασίες επιχειρήσεων, που ανήκουν όμως σε διαφορετικούς κλάδους.

Υψηλά αποθέματα και αυθημερόν εκτέλεση παραγγελιών

Επιστρέφοντας στα του συνεδρίου, οι συμμετέχοντας μέσω τηλεψηφοφορίας, είχαν τη δυνατότητα να αποτυπώσουν μια σειρά από δείκτες που αφορούν στα κόστη στις αποθήκες, με τα μέλη του πάνελ -που προέρχονται από μεγάλες εταιρείες της χώρας- να σχολιάζουν τα αποτελέσματα.

Αρχικά, καταγράφηκε η Κυκλοφοριακή Ταχύτητα Αποθεμάτων (για τα έτοιμα προϊόντα, όπως και για τις Α’ ύλες και τα υλικά συσκευασίας), δηλαδή το κόστος πωληθέντων σε τιμή κτήσης προς το μέσο ύψος των ετήσιων αποθεμάτων. Όπως φάνηκε, υπάρχουν καλά «γυρίσματα» αποθεμάτων στην ελληνική αγορά, δηλαδή οι εταιρείες πλησιάζουν το λεγόμενο «just in time», με τα προϊόντα να έρχονται και να φεύγουν. Σε σχέση με το αντίστοιχο συνέδριο που είχε πραγματοποιηθεί το 2011, η εικόνα είναι πως πλέον υπάρχουν λίγο υψηλότερα αποθέματα, ενώ και σε σχέση με τα διεθνή benchmarks η κατάσταση στη χώρα μας είναι καλή. Σε ό,τι αφορά στην «υγεία» των αποθεμάτων, δηλαδή την απουσία ακινητούντων αποθεμάτων (dead-stock) και εδώ σύμφωνα με τους συμμετέχοντες η κατάσταση είναι πολύ καλή -ακόμα και αν συγκριθεί με τα διεθνή δεδομένα- καθώς τα «νεκρά» προϊόντα αποτελούν απειροελάχιστο ποσοστό του συνολικού στοκ των επιχειρήσεων.

«Πρέπει να γίνει ένας διαχωρισμός μεταξύ του αν είναι στρατηγική απόφαση να διατηρούμε υψηλά αποθέματα, αν είναι ανάγκη της αγοράς -όπως τώρα με την πανδημία που αναγκαστήκαμε να αυξήσουμε τα αποθέματά μας- ή αν είναι κάτι που δεν μπορούμε να προγραμματίσουμε», είπε ο Logistics Manager Procurement & Presales Department, ΚΑΥΚΑΣ, κ. Θεόδωρος Γεωργόπουλος, σχολιάζοντας τα αποτελέσματα της ψηφοφορίας. «Κρίνοντας από τον δικό μας τον κλάδο, εμείς έχουμε διαφορετικές αποθήκες ανάλογα για το αν μιλάμε για έτοιμα προϊόντα, πρώτες ύλες ή παραγωγή. Ουσιαστικά το απόθεμά μας μεταβάλλεται και στα έτοιμα προϊόντα έχουμε χαμηλά αποθέματα, ενώ στις πρώτες ύλες -στρατηγικά αλλά και αναγκαστικά- διατηρούμε υψηλό στοκ», συμπλήρωσε ο Supply Chain & Logistics Manager Greece-Cyprus & Malta, BIC, κ. Γιάννης Στάμος. «Βλέπουμε ένα μεγάλο χάσμα λόγω COVID-19 ανάλογα με τον τύπο της κάθε επιχείρησης, καθώς κάποια προϊόντα έπρεπε να κινηθούν πιο γρήγορα και κάποια πιο αργά», δήλωσε ο Business Analyst, MANTIS HELLAS, κ. Άκης Ζαΐμης.

Εξαιρετική ήταν η εικόνα που προέκυψε αναφορικά με τις διαφορές απογραφής επί του τζίρου, ένας δείκτης που αποτυπώνει το πόσο αποδοτικά γίνεται η διαχείριση μιας αποθήκης. Βάσει του συνεδρίου, η συντριπτική πλειοψηφία των εταιρειών έχουν ελάχιστες διαφορές (κάτω του 0,1%), με την εικόνα να είναι βελτιωμένη σε σχέση με το συνέδριο του 2011. Συγκριτικά με τα διεθνή benchmarks, μάλιστα, δείχνει να γίνεται ιδιαίτερα καλή δουλειά στη χώρα μας και να καταγράφεται μια διαρκώς ανοδική τάση. Αντίστοιχα, υψηλός είναι και ο βαθμός πληρότητας (in full) των παραγγελιών που εκτελούνται, σαν ποσοστό της αξίας των εκτελούμενων παραγγελιών προς την αξία των παραγγελιών που ζήτησε ο κάθε πελάτης. Ο εν λόγω δείκτης ήταν πολύ καλός και στην ψηφοφορία του 2011, με το ποσοστό των «τέλειων» παραγγελιών (perfect orders) να είναι υψηλό συγκρινόμενο και με τα διεθνή πρότυπα.

Αυθημερόν ή το αργότερο την επόμενη ημέρα, απάντησαν οι περισσότεροι σύνεδροι πως εκτελούνται οι παραγγελίες, από την ώρα που τις παραλαμβάνει η εταιρεία μέχρι αυτές να φορτωθούν στους μεταφορείς-διανομείς και να φύγουν. «Η ανάγκη για γρήγορες παραδόσεις από τους πελάτες είναι αυξημένη σε σχέση με το 2011. Αυτή είναι η τάση και το ποσοστό του “αυθημερόν” θα αυξάνεται με τη χρήση νέων τεχνολογιών», σχολίασε ο κ. Γεωργόπουλος. «Στην Ελλάδα βιαζόμαστε, θέλουμε τις παραδόσεις εχθές», συμπλήρωσε ο κ. Στάμος, ο οποίος τόνισε πως «η συμπίεση των αποθεμάτων από όλους, έχει οδηγήσει στις πιο συχνές παραγγελίες και στις πιο γρήγορες εκτελέσεις». «Η ταχύτητα θα πρέπει να δικαιολογεί και μια αξία για τον πελάτη, διαφορετικά θα πρέπει να πληρώνεται ως μια πολυτελής παροχή υπηρεσιών», τόνισε με τη σειρά του ο Warehouse Manager, ΑΒ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ, κ. Μιχάλης Σωτηρίου, ο οποίος δεν παρέλειψε να τονίσει πως άλλο πράγμα είναι το φρέσκο και άλλο το τυποποιημένο προϊόν.

Χαμηλό το κόστος των logistics

Στη συνέχεια, οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να απαντήσουν σε μία σειρά ερωτήσεων που αφορούσαν στα κόστη των αποθηκών τους. Συγκεκριμένα, αποτυπώθηκαν τα κόστη ανά παλετοημέρα για ξηρή αποθήκη ή για αποθήκη ελεγχόμενης θερμοκρασίας, όπως και τα αντίστοιχα ανά κιβωτιοημέρα για τις εταιρείες που αποθηκεύουν κιβώτια. Ακόμα, καταγράφηκε η τιμή που πληρώνουν οι εταιρείες τις 3PL για την είσοδο και την έξοδο μίας παλέτας. Επιπλέον, εξετάστηκε -ως ποσοστό- το κόστος των logistics εντός της αποθήκης, δηλαδή η παραλαβή των προϊόντων, η φύλαξή τους, το picking και ο χειρισμός των επιστροφών. Παράλληλα, υπολογίστηκε το κόστος του packing-checking στην περίπτωση του τεμαχιακού picking, όπως και το κόστος του picking ανά εκτελούμενη γραμμή παραγγελίας.

Συνολικά, οι χρεώσεις στη χώρα παραμένουν φθηνές -παρόμοιες ή και επιμέρους χαμηλότερες σε σχέση με το 2011- παρόλο που οι τιμές των ενοικίων έχουν ανέβει σημαντικά. «Πρέπει να δούμε το κατά πόσο αναβαθμισμένες είναι οι υπηρεσίες που παρέχουμε.  Είμαστε φθηνοί και παράλληλα καλοί;», κατέθεσε τον προβληματισμό του ο κ. Γεωργόπουλος. «Το χαμηλό κόστος και τα λίγα λάθη βάσει των δεικτών, δείχνουν ότι είμαστε πάρα πολύ καλά», τόνισε ο κ. Ζαΐμης, ο οποίος ωστόσο συμπλήρωσε: «Το χαμηλό κόστος δίχως αυτοματοποίηση, δείχνει πως το κόστος εργασίας μάλλον είναι φθηνό, γεγονός που χτυπάει ένα καμπανάκι για την ποιότητα». «Το θέμα είναι και τι αντιλαμβάνεται και ο πελάτης ως επίπεδο υπηρεσιών, καθώς αν ρωτήσουμε την αγορά, μάλλον θα υπάρξουν παράπονα για τα logistics, αφού μας θεωρούν αργούς και ακριβούς», συμπλήρωσε από τη μεριά του ο κ. Στάμος.

Παραγωγικότητα εργασίας – Μισθωμένο προσωπικό και αυτοματισμοί

Το δεύτερο μέρος της πρώτης ημέρας του συνεδρίου, ήταν αφιερωμένο στην παραγωγικότητα. Οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να απαντήσουν τι ποσοστό του προσωπικού που απασχολείται στην αποθήκη είναι outsourcing, δηλαδή υπάλληλοι που η εταιρεία έχει μισθώσει. Η τάση που αναδείχθηκε είναι πως πλέον το outsourcing προσωπικό συνεχώς ανεβαίνει και βρίσκεται σε πολύ υψηλότερα επίπεδα σε σχέση με την αντίστοιχη έρευνα του 2011.

Εν συνεχεία, εξετάστηκε η παραγωγικότητα εργασίας των pickers της κάθε αποθήκης, τόσο στην περίπτωση του τεμαχιακού όσο και σε αυτήν του κιβωτιακού picking. Τα αποτελέσματα δεν ήταν απόλυτα ικανοποιητικά και βρίσκονταν σε παρόμοια επίπεδα με το 2011, με την αυτοματοποίηση της διαδικασίας να έχει εύλογα να προσφέρει πολλά στην αύξηση της παραγωγικότητας. Στο ίδιο πλαίσιο, διερευνήθηκαν οι κινήσεις που εκτελούν τα περονοφόρα στη διάρκεια της αποθήκης, προκειμένου να καταμετρηθεί η μεταφορά των παλετών. Παράλληλα, αξιολογήθηκαν τα λάθη που κάνουν οι pickers επί του συνόλου των γραμμών που εκτελούν, άσχετα εάν μετά μεσολαβούν οι checkers για να αποφεύγουν λάθη στην αγορά. Το γενικό συμπέρασμα είναι πως πλέον γίνονται πολύ λιγότερα λάθη, με τα αποτελέσματα να είναι συγκρίσιμα με τα πρότυπα που θέτουν οι Αμερικάνοι, γεγονός που οφείλεται στα εξελιγμένα μηχανογραφικά συστήματα που υπάρχουν στην αγορά.

Ακολούθως, μετρήθηκε ο χρόνος checking-packing ανά παραγγελία στο τεμαχιακό και κιβωτιακό picking. Επιπλέον, οι σύνεδροι δήλωσαν ποιος είναι ο απαιτούμενος χρόνος εκφόρτωσης ενός φορτηγού με παλέτες, συνυπολογίζοντας πόσοι άνθρωποι χρειάζεται να εμπλακούν στη διαδικασία. Παράλληλα, καταγράφηκε ο αντίστοιχος χρόνος στην περίπτωση που την αποθήκη προσεγγίζει ένα φορτηγό με χύμα κιβώτια και απαιτείται παλετοποίηση του φορτίου.

«Το outsource προσωπικό, το οποίο καλώς ή κακώς δεν είναι ιδιαίτερα παραγωγικό, επηρεάζει σημαντικά την παραγωγικότητα -τη συνολική και την επί μέρους- σε κάθε εταιρεία. Υπάρχει η τάση αύξησης αυτού του προσωπικού, κάτι που αποτελεί έναν από τους λόγους που δεν αυξάνεται η παραγωγικότητα. Οι μισθωμένοι υπάλληλοι, ενώ θα έπρεπε να εξυπηρετούν συγκεκριμένες ανάγκες (π.χ. εποχικότητα), έχουν φτάσει πλέον να αποτελούν κομμάτι και μέρος της λειτουργίας της κάθε εταιρείας, γιατί υπάρχει χαμηλότερο κόστος σε σχέση με το μόνιμο προσωπικό», κατέθεσε τον προβληματισμό του ο Chief Operating Officer, SARMED, κ. Δημήτριος Καραγιάννης, ο οποίος δεν παρέλειψε να συμπληρώσει: «Δεν μετράμε σωστά πολλές φορές. Πρέπει να ξέρουμε την πραγματική παραγωγικότητα για να ξεκινήσουμε να βελτιώνουμε τα πράγματα. Επιπλέον, λείπει ξεκάθαρα ο αυτοματισμός, οι παραγωγικότητες είναι εκεί και λιμνάζουν. Μετά από 20 χρόνια εξέλιξης, η βελτίωση της παραγωγικότητας δεν έχει αποτυπωθεί στη χώρα».

«Ένα μείγμα παραμέτρων θα αυξήσει την παραγωγικότητα και θα πρέπει συνεχώς να μετράμε και να αξιολογούμε τα πράγματα. Εκτός από την τεχνολογία, σημαντικές είναι και οι διαδικασίες, καθώς αυτές ανεβάζουν την παραγωγικότητα», συμπλήρωσε από την πλευρά της η Logistics Manager, ARGOSY TRADING COMPANY, κ. Ιφιγένεια Φιερού, αναφέροντας την πρακτική της δικής της εταιρείας: «Δουλεύουμε με προμήθεια, έτσι οι πιο παραγωγικοί έχουν κίνητρα γιατί αμείβονται καλύτερα». «Η τεχνολογία δίνει τη δυνατότητα στις εταιρείες να χρησιμοποιήσουν και outsource προσωπικό, γιατί δεν χρειάζεται μεγάλη εξειδίκευση, καθώς έχουν ένα τερματικό που τους καθοδηγεί», δήλωσε ο Business Development Manager, MANTIS HELLAS, κ. Ιωάννης Μελετλίδης.

«Οι κινήσεις των περονοφόρων ανά βάρδια που καταγράφονται, αποτελούν μια καλή επίδοση ακόμα και αν συγκριθούν με τα πρότυπα της Ευρώπης. Μπορούν να βελτιωθούν με τους αυτοματισμούς και με τα αυτόνομα (driverless) συστήματα», κατέθεσε την εμπειρία του ο Logistics Systems Director, JUNGHEINRICH, κ. Δημήτρης Σιαπάτης, συμπληρώνοντας: «Αυτή τη στιγμή υπάρχουν δύο τάσεις. Η “Goods-to-Man” που δεν έχει έρθει ακόμα και η ακόμα πιο καινοτόμος “Robots-to-Goods”, σύμφωνα με την οποία σε μία 15ετία δεν θα νοικιάζουμε εργάτες, αλλά ρομπότ». «Ο ανθρώπινος παράγοντας στα παραδοσιακά συστήματα είναι πολύ κρίσιμος και έχει δεχθεί μεγάλες πιέσεις (κοινωνικά και οικονομικά) τα τελευταία χρόνια, με αποτέλεσμα η στρατηγική με την οποία προσεγγίζουμε τους εργαζόμενους (π.χ. κίνητρα) να είναι πολύ σημαντική, ειδικά από τη στιγμή που ο κλάδος δε φημίζεται για τη γοητεία του», κατέθεσε τη δική του προσέγγιση ο Warehouse Manager, ΑΒ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ, κ. Μιχάλης Σωτηρίου, συμπληρώνοντας: «Η συνεργασία στην εφοδιαστική αλυσίδα είναι πάρα πολύ σημαντική, κάτι που δεν συνηθίζεται ακόμα στην Ελλάδα».

Χαρακτηριστικά και δείκτες αποθηκών

Στο τελευταίο κομμάτι της τηλεψηφοφορίας, επιχειρήθηκε να αποτυπωθούν τα χαρακτηριστικά των αποθηκών και να αναδειχθούν οι δείκτες παραγωγικότητας που τις αφορούν. Σύμφωνα με τους συμμετέχοντες λοιπόν, σχεδόν οι μισές εταιρείες διαθέτουν σύγχρονες αποθήκες (χτισμένες μετά το 2000), μεγάλης χωρητικότητας (πάνω από 5.000 τ.μ.), με υψηλή οροφή (εσωτερικό, εκμεταλλεύσιμο ύψος άνω των 7 μ.).

Σημειώνεται, πως ο δείκτης πληρότητας των εν λόγω αποθηκών εμφανίζεται εντυπωσιακά υψηλός, με τις γεμάτες αποθήκες να είναι σήμερα σημαντικά περισσότερες σε σχέση με το 2011. Αξίζει να αναφερθεί, πως τα χαρακτηριστικά της ελληνικής αγοράς, βρίσκονται σε συμφωνία με τα benchmarks των Αμερικάνων και με αυτό με εκείνοι θεωρούν «best in class». Οι σύγχρονες αποθήκες, όμως, έχουν και ακριβότερα ενοίκια, με τις τιμές να έχουν ανέβει σημαντικά σε σχέση με τα αποτελέσματα της ψηφοφορίας του προηγούμενου συνεδρίου. Οι φθηνότερες αποθήκες πλέον εμφανίζονται με τιμές ενοικίου 2-3 ευρώ/τ.μ. και οι ακριβότερες 4-4,5 ευρώ/τ.μ.

Σε ό,τι αφορά το χρησιμοποιούμενο capacity του εξοπλισμού, οι συμμετέχοντες βάσει των απαντήσεών τους, ανέδειξαν πως χάνεται χρόνος, ειδικά αν συγκριθούμε με τα διεθνή πρότυπα. Η τελευταία ερώτηση είχε να κάνει με τη χαμένη διαθεσιμότητα, δηλαδή τις απώλειες λόγω βλαβών και ζημιών στον εξοπλισμό, με τις απαντήσεις να είναι αρκετά μοιρασμένες.

Λύσεις από «Made in Greece» τεχνολογίες

Στο πλαίσιο του Συνεδρίου, παρουσιάστηκαν τρεις καινοτόμες προτάσεις από τη χώρα μας, οι οποίες συμβάλλουν στον περιορισμό του κόστους και στην αύξηση της παραγωγικότητας. Προς το παρόν θα τις παρουσιάσουμε συνοπτικά, καθώς για την κάθε μία από αυτές, θα μπορούσε να γίνει μια ξεχωριστή παρουσίαση σε επόμενα τεύχη.

Συγκεκριμένα, ο κ. Λεωνίδας Παρόδος, Logistics Expert και Επιστημονικός συνεργάτης, Ινστιτούτο Μεταφορών (ΙΜΕΤ), παρουσίασε το WareM&O, που φιλοδοξεί να γίνει το νέο Airbnb των αποθηκών στην Ελλάδα. Λόγος γίνεται για μια πλατφόρμα για on demand υπηρεσίες αποθήκευσης, μια τάση που ξεκίνησε από τις ΗΠΑ και πλέον ήρθε και στη χώρα μας. Προσφέρει ευελιξία στις εταιρείες και μεγαλύτερη ορατότητα των διαθέσιμων εγκαταστάσεων για αποτελεσματικότερο σχεδιασμό της αλυσίδας εφοδιασμού. Η πλατφόρμα της WareM&O δίνει στους χρήστες τη δυνατότητα αντιστοίχισης της ζήτησης και της προσφοράς σε πραγματικό χρόνο, προκειμένου να προχωρήσουν στη βραχυπρόθεσμη αποθήκευση και να αποφύγουν τα μεσιτικά κόστη.

Στη συνέχεια, τον λόγο πήρε ο κ. Ιωάννης Κανέλλος, Founder & Chief Marketing Officer, MYRMEX Inc. Πρόκειται για μια αμερικάνικη εταιρεία ελληνικών κυρίως συμφερόντων, που ιδρύθηκε το 2005 και στην οποία πρόσφατα απέκτησε ένα μειοψηφικό μερίδιο το βρετανικό online supermarket, OCADO. Η εταιρεία αναπτύσσει ρομποτικά συστήματα για τα online retail logistics, μια κατηγορία που για να καταστεί κερδοφόρος απαιτείται να μειωθούν τα κόστη. Ο μόνος βιώσιμος τρόπος για να επιτευχθεί αυτό, είναι η μείωση του κόστους εργασίας μέσω της υιοθέτησης αυτοματισμών. Το σύστημα της MYRMEX αποτελείται από AMRs (ρομπότ), μικρά ανυψωτικά, ραφιέρες και ειδικά κιβώτια, που όλα μαζί συνθέτουν το πατενταρισμένο σύστημα CPS (Curbside Pickup System), όπου ο πελάτης μπορεί να παραγγείλει online και να παραλάβει σε προσυμφωνημένο χρόνο. Ένα δεύτερο προϊόν της εταιρείας με τα ίδια δομικά μέρη, είναι το λεγόμενο MMS (Myrmex Marshalling System), το οποίο έρχεται να λύσει το πρόβλημα του picking από τα μαγαζιά.

Τέλος, ο κ. Νικόλαος Βογιατζόγλου, Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, Όμιλος ΒΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥ SYSTEMS, μίλησε για το κρυφό κόστος της αδράνειας, το οποίο μπορεί εύκολα να υπερβεί το κόστος ενός έργου εκσυγχρονισμού, δημιουργώντας σημαντικές δυσλειτουργίες σε ένα κέντρο διανομής. Συνεπώς, όταν οι επιχειρήσεις δεν προσαρμόζονται στις μεταβαλλόμενες απαιτήσεις της αγοράς, τότε το κόστος της αδράνειας θέτει σε κίνδυνο την ίδια την επιχείρηση. Στη συνέχεια, ο κ. Βογιατζόγλου εξηγώντας τα οφέλη της επένδυσης σε μία αποθήκη, παρουσίασε τη λύση αυτοματισμού που εφάρμοσε πρόσφατα η εταιρεία του στο κέντρο διανομής της CHIPITA, το οποίο βρίσκεται στην Μπρατισλάβα της Σλοβακίας. Πρόκειται για μια αποθήκη 5.000 τ.μ. που εξοπλίστηκε με 5 stacker cranes και triple-depth racks, διαθέτοντας συνολική αποθηκευτική δυνατότητα 7.200 παλετών/300 SKU’s. Το προηγμένο αυτοματοποιημένο σύστημα της εταιρείας, επέτρεψε την πλήρη αξιοποίηση των διαστάσεων του κτιρίου, το ύψος και το βάθος του οποίου ανέρχονται στα 14 και 82 μέτρα, αντίστοιχα. Στα πλεονεκτήματα του συστήματος περιλαμβάνονται ακόμα η αυξημένη παραγωγικότητα και διαθεσιμότητα, ο περιορισμός των λαθών και το μειωμένο λειτουργικό κόστος.